εξαγριώνω  

  • ganz wütend machen
  • wütend machen

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... πάρκο, αρχίζει να τραβάει φωτογραφίες ένα ζευγάρι, με τη γυναίκα να εξαγριώνεται με το γεγονός. Μετά από αυτό, ο Τόμας συναντά τον ατζέντη του και νιώθει ...

... αρνείται να πει στον Καπότε τι ακριβώς συνέβη εκείνη τη νύχτα, κάτι που εξαγριώνει τον Καπότε. Μετά από πολύ πειθώ, ο Σμιθ λέει στον Καπότε όλες τις λεπτομέρειες ...

... επικεφαλής τους να πυροβολήσουν στον αέρα για εκφοβισμό. Οι χωρικοί εξαγριώνονται και τους επιτίθενται με πέτρες και ξύλα. Οι στρατιώτες ξαναπυροβολούν ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

eksagriono, eksarriono, eksagriwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
εξαγριώσει
μετοχή (ενεστώτας)
εξαγριώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας εξαγριώνω εξαγριώνεις εξαγριώνει εξαγριώνο(υ)με εξαγριώνετε εξαγριώνουν(ε)
παρατατικός εξαγρίωνα εξαγρίωνες εξαγρίωνε εξαγριώναμε εξαγριώνατε εξαγρίωναν, εξαγριώναν(ε)
αόριστος εξαγρίωσα εξαγρίωσες εξαγρίωσε εξαγριώσαμε εξαγριώσατε εξαγρίωσαν, εξαγριώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα εξαγριώνω θα εξαγριώνεις θα εξαγριώνει θα εξαγριώνο(υ)με θα εξαγριώνετε θα εξαγριώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα εξαγριώσω θα εξαγριώσεις θα εξαγριώσει θα εξαγριώσο(υ)με θα εξαγριώσετε θα εξαγριώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω εξαγριώσει έχεις εξαγριώσει έχει εξαγριώσει έχο(υ)με εξαγριώσει έχετε εξαγριώσει έχουν(ε) εξαγριώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα εξαγριώσει είχες εξαγριώσει είχε εξαγριώσει είχαμε εξαγριώσει είχατε εξαγριώσει είχαν(ε) εξαγριώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω εξαγριώσει θα έχεις εξαγριώσει θα έχει εξαγριώσει θα έχο(υ)με εξαγριώσει θα έχετε εξαγριώσει θα έχουν(ε) εξαγριώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να εξαγριώνω να εξαγριώνεις να εξαγριώνει να εξαγριώνο(υ)με να εξαγριώνετε να εξαγριώνουν(ε)
αόριστος να εξαγριώσω να εξαγριώσεις να εξαγριώσει να εξαγριώσο(υ)με να εξαγριώσετε να εξαγριώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω εξαγριώσει να έχεις εξαγριώσει να έχει εξαγριώσει να έχο(υ)με εξαγριώσει να έχετε εξαγριώσει να έχουν(ε) εξαγριώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας εξαγρίωνε εξαγριώνετε
αόριστος εξαγρίωσε εξαγριώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15