εμπόρευμα  

  • Ware

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

eborevma, emporeyma


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ εμπόρευμα εμπορεύματα
Genitiv εμπορεύματος εμπορευμάτων
Akkusativ εμπόρευμα εμπορεύματα
Vokativ εμπόρευμα εμπορεύματα
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15