διάφραγμα  

  • Trennwand
  • Zwerchfell
  • Blende

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

diafragma, diafrarma, thiafragma


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ διάφραγμα διαφράγματα
Genitiv διαφράγματος διαφραγμάτων
Akkusativ διάφραγμα διαφράγματα
Vokativ διάφραγμα διαφράγματα
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15