απρόσκοπτος  

  • ungehindert
  • ununterbrochen
  • bereit

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... εκτελείται απρόσκοπτα μεταξύ ενός αριθμού διακομιστών με σκοπό τη μείωση του φόρτου εργασίας. Αυτό γίνεται για να επιτευχθεί συνεχής και απρόσκοπτη λειτουργία ...

... οίκου επίσης ποτέ δεν ήταν χαμηλότερη, καθώς πλέον οι Ρωμαίοι επενέβαιναν απρόσκοπτα στα εσωτερικά του κράτους, το οποίο είχε μεταλλαχθεί σε ανεπίσημη ρωμαϊκή ...

... έδωσε την ευκαιρία να εμφανιστούν νέα ταλέντα απο την επαρχία. Για την απρόσκοπτη προετοιμασία των αθλητριών αποφασίστηκε η απαγόρευση εισόδου αρρένων στο ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

aproskoptos

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15