verwirken
 Verb

χάνω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Sire, ich beschuldige diese Schwindler der übelsten und abscheulichsten Verbrechen gegen die Krone und fordere, dass sie Euren berechtigten Zorn zu spüren bekommen und binnen einer Stunde ihr Leben verwirken.Τι είναι αυτά; Τι λες Ράβενχουρστ; Επαναλαμβάνω, κύριε.

Übersetzung nicht bestätigt

Falls die, wie Mr. Collins es sieht, eine Maskerade ist... dann ist Mr. Kringle gern bereit, seine Freiheit zu verwirken... um mit dieser Maskerade fortzufahren.Αν αυτό είναι, όπως ισχυρίζεται ο κύριος Κόλινς, μασκαριλίκι, τότε ο κύριος Κρινγκλ είναι πρόθυμος να στερηθεί την ελευθερία του για να διατηρήσει αυτή τη μεταμφίεση.

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn du nicht kämpfst, wird das Erdenreich das Turnier verwirken und sein Tor wird sich für unseren großartigen Herrscher öffnen.Αν δεν παλέψεις... το βασίλειο της γης θα χάσει το τουρνουά... και οι πύλες του θα ανοίξουν... στο μεγάλο μας αυτοκράτορα.

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn ein Mann sein Leben verwirken muss, kann er auch besser sterben.Αν είναι να χαραμίσεις τη ζωή σου, υπάρχει και καλύτερο τέλος.

Übersetzung nicht bestätigt

Wir können versuchen einen Aspekt von Tradition oder eine religiöse Zeremonie unterzubringen, aber wir können nicht den kritischsten Aspekt der Ermittlung verwirken.Μπορούμε να προσπαθήσουμε να συμβιβάσουμε κάποια άποψη παραδοσιακής ή θρησκευτικής τελετής, αλλά δεν μπορούμε να χάσουμε την πιο σημαντική πλευρά της έρευνας.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik





AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χάνωχάνουμε, χάνομεχάνομαιχανόμαστε
χάνειςχάνετεχάνεσαιχάνεστε, χανόσαστε
χάνειχάνουν(ε)χάνεταιχάνονται
Imper
fekt
έχαναχάναμεχανόμουν(α)χανόμαστε, χανόμασταν
έχανεςχάνατεχανόσουν(α)χανόσαστε, χανόσασταν
έχανεέχαναν, χάναν(ε)χανόταν(ε)χάνονταν, χανόντανε, χανόντουσαν
Aoristέχασαχάσαμεχάθηκαχαθήκαμε
έχασεςχάσατεχάθηκεςχαθήκατε
έχασεέχασαν, χάσαν(ε)χάθηκεχάθηκαν, χαθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω χάσει
έχω χαμένο
έχουμε χάσει
έχουμε χαμένο
έχω χαθεί
είμαι χαμένος, -η
έχουμε χαθεί
είμαστε χαμένοι, -ες
έχεις χάσει
έχεις χαμένο
έχετε χάσει
έχετε χαμένο
έχεις χαθεί
είσαι χαμένος, -η
έχετε χαθεί
είστε χαμένοι, -ες
έχει χάσει
έχει χαμένο
έχουν χάσει
έχουν χαμένο
έχει χαθεί
είναι χαμένος, -η, -ο
έχουν χαθεί
είναι χαμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα χάσει
είχα χαμένο
είχαμε χάσει
είχαμε χαμένο
είχα χαθεί
ήμουν χαμένος, -η
είχαμε χαθεί
ήμαστε χαμένοι, -ες
είχες χάσει
είχες χαμένο
είχατε χάσει
είχατε χαμένο
είχες χαθεί
ήσουν χαμένος, -η
είχατε χαθεί
ήσαστε χαμένοι, -ες
είχε χάσει
είχε χαμένο
είχαν χάσει
είχαν χαμένο
είχε χαθεί
ήταν χαμένος, -η, -ο
είχαν χαθεί
ήταν χαμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χάνωθα χάνουμεθα χάνομαιθα χανόμαστε
θα χάνειςθα χάνετεθα χάνεσαιθα χάνεστε, θα χανόσαστε
θα χάνειθα χάνουνθα χάνεταιθα χάνονται
Fut
ur
θα χάσωθα χάσουμεθα χαθώθα χαθούμε
θα χάσειςθα χάσετεθα χαθείςθα χαθείτε
θα χάσειθα χάσουνθα χαθείθα χαθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χάσει
θα έχω χαμένο
θα έχουμε χάσει
θα έχουμε χαμένο
θα έχω χαθεί
θα είμαι χαμένος, -η
θα έχουμε χαθεί
θα είμαστε χαμένοι, -ες
θα έχεις χάσει
θα έχεις χαμένο
θα έχετε χάσει
θα έχετε χαμένο
θα έχεις χαθεί
θα είσαι χαμένος, -η
θα έχετε χαθεί
θα είστε χαμένοι, -ες
θα έχει χάσει
θα έχει χαμένο
θα έχουν χάσει
θα έχουν χαμένο
θα έχει χαθεί
θα είναι χαμένος, -η, -ο
θα έχουν χαθεί
θα είναι χαμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χάνωνα χάνουμενα χάνομαινα χανόμαστε
να χάνειςνα χάνετενα χάνεσαινα χάνεστε, να χανόσαστε
να χάνεινα χάνουννα χάνεταινα χάνονται
Aoristνα χάσωνα χάσουμενα χαθώνα χαθούμε
να χάσειςνα χάσετενα χαθείςνα χαθείτε
να χάσεινα χάσουννα χαθείνα χαθούν(ε)
Perfνα έχω χάσει
να έχω χαμένο
να έχουμε χάσει
να έχουμε χαμένο
να έχω χαθεί
να είμαι χαμένος, -η
να έχουμε χαθεί
να είμαστε χαμένοι, -ες
να έχεις χάσει
να έχεις χαμένο
να έχετε χάσει
να έχετε χαμένο
να έχεις χαθεί
να είσαι χαμένος, -η
να έχετε χαθεί
να είστε χαμένοι, -ες
να έχει χάσει
να έχει χαμένο
να έχουν χάσει
να έχουν χαμένο
να έχει χαθεί
να είναι χαμένος, -η, -ο
να έχουν χαθεί
να είναι χαμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχάνεχάνετεχάνεστε
Aoristχάσεχάσετε, χάστεχάσουχαθείτε
Part
izip
Presχάνοντας
Perfέχοντας χάσει, έχοντας χαμένοχαμένος, -η, -οχαμένοι, -ες, -α
InfinAoristχάσειχαθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback