einladen
 Verb

καλώ Verb
(21)
προσκαλώ Verb
(21)
φορτώνω Verb
(1)
DeutschGriechisch
Liebe Kollegen, ich danke allen für ihre Glückwünsche und Hinweise und möchte nochmals alle Abgeordneten herzlich für morgen Mittag zu einem kleinen Empfang einladen.Συνάδελφοι, σας ευχαριστώ όλους για τις θερμές ευχές και τις συμβουλές και επαναλαμβάνω ότι αύριο, κατά τη μεσημβρινή διακοπή, καλώ όλους τους βουλευτές να μετάσχουν μαζί μου σε έναν σύντομο εορτασμό.

Übersetzung bestätigt

Abschließend möchte ich alle meine Kollegen auffordern, diesen Bericht zu unterstützen. Bei dieser Gelegenheit darf ich Sie alle einladen, 2008 nach Zypern zu kommen, die zyprische Gastfreundschaft und die Sonne zu genießen und ihre Euros großzügig auszugeben.Εν κατακλείδι, καλώ όλες και όλους τους συναδέλφους μου να στηρίξουν αυτή την έκθεση και εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία να σας προσκαλέσω να επισκεφθείτε την Κύπρο το 2008, για να απολαύσετε την κυπριακή φιλοξενία και να ξοδέψετε τα ευρώ σας ελεύθερα κάτω από τον ήλιο.

Übersetzung bestätigt

(IT) Herr Präsident, meine Damen und Herren, Kommissar Barrot, Sie sind ein äußerst vernünftiger Mensch, und ich möchte Sie daher einladen, in Begleitung meiner Person und weiterer MdEP Lampedusa zu besuchen. Dabei möchte ich Sie bitten, Ihren Besuch ohne Voranmeldung abzustatten, damit Sie persönlich sehen können, wie schwierig es ist, Ausnahmesituationen dieser Art zu bewältigen.(IT) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, κύριε Επίτροπε, είστε απολύτως συνετός και επομένως σας καλώ, και κατ' αυτόν τον τρόπο συμπαρατάσσομαι με άλλους βουλευτές, να πάτε στη Λαμπεντούζα και, σας παρακαλώ, να μεταβείτε εκεί απροειδοποίητα, ούτως ώστε να διαπιστώσετε προσωπικά πόσο δύσκολη είναι η διαχείριση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης αυτού του τύπου.

Übersetzung bestätigt

Zweitens möchte ich Sie dazu einladen, auch ehrgeizig im Hinblick auf die Form zu sein, da der schwedische Ratsvorsitz sehr wahrscheinlich den Weg für Lissabon bereiten wird, was zunächst heißt, dass es den oft verwirrenden doppelten Verfahrensrahmen der dritten und ersten Säule nicht mehr geben wird.Δεύτερον, σας καλώ να είστε επίσης φιλόδοξοι όσον αφορά τη μορφή, διότι η σουηδική Προεδρία πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα να ανοίξει το δρόμο για τη Λισαβόνα, γεγονός που σημαίνει, πρώτον, ότι δεν θα υφίσταται πλέον το διπλό διαδικαστικό πλαίσιο του τρίτου και του πρώτου πυλώνα, το οποίο συχνά προκαλεί σύγχυση.

Übersetzung bestätigt

Ganz konkret werde ich die Konferenz der Ausschussvorsitzenden einladen, jedes Jahr mit dem gesamten Kollegium der Kommissare zusammenzukommen, bevor die Kommission ihr Gesetzgebungsund Arbeitsprogramm verabschiedet.Πολύ συγκεκριμένα, θα καλώ τη Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών σε συνεδρίαση με το σύνολο του Σώματος των Επιτρόπων κάθε χρόνο πριν από την έγκριση του νομοθετικού προγράμματος και προγράμματος εργασίας της Επιτροπής.

Übersetzung bestätigt

Deutsche Synonyme
bitten
einladen
Ähnliche Wörter
einladend

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καλώκαλούμεκαλούμαικαλούμαστε
καλείςκαλείτεκαλείσαικαλείστε
καλείκαλούν(ε)καλείταικαλούνται
Imper
fekt
καλούσακαλούσαμεκαλούμουνκαλούμαστε
καλούσεςκαλούσατε
καλούσεκαλούσαν(ε)καλούνταν, εκαλείτοκαλούνταν, εκαλούντο
Aoristκάλεσακαλέσαμεκαλέστηκα, κλήθηκακαλεστήκαμε, κληθήκαμε
κάλεσεςκαλέσατεκαλέστηκες, κλήθηκεςκαλεστήκατε, κληθήκατε
κάλεσεκάλεσαν, καλέσαν(ε)καλέστηκε, κλήθηκεκαλέστηκαν, καλεστήκαν(ε)
κλήθηκαν, κληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω καλέσει
έχω καλεσμένο
έχουμε καλέσει
έχουμε καλεσμένο
έχω καλεστεί/κληθεί
είμαι καλεσμένος, -η
έχουμε καλεστεί/κληθεί
είμαστε καλεσμένοι, -ες
έχεις καλέσει
έχεις καλεσμένο
έχετε καλέσει
έχετε καλεσμένο
έχεις καλεστεί/κληθεί
είσαι καλεσμένος, -η
έχετε καλεστεί/κληθεί
είστε καλεσμένοι, -ες
έχει καλέσει
έχει καλεσμένο
έχουν καλέσει
έχουν καλεσμένο
έχει καλεστεί/κληθεί
είναι καλεσμένος, -η, -ο
έχουν καλεστεί/κληθεί
είναι καλεσμένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα καλέσει
είχα καλεσμένο
είχαμε καλέσει
είχαμε καλεσμενο
είχα καλεστεί/κληθεί
ήμουν καλεσμένος, -η
είχαμε καλεστεί/κληθεί
ήμαστε καλεσμένοι, -ες
είχες καλέσει
είχες καλεσμένο
είχατε καλέσει
είχατε καλεσμένο
είχες καλεστεί/κληθεί
έσουν καλεσμένος, -η
είχατε καλεστεί/κληθεί
έσαστε καλεσμένοι, -ες
είχε καλέσει
είχε καλεσμένο
είχαν καλέσει
είχαν καλεσμένο
είχε καλεστεί/κληθεί
ήταν καλεσμένος, -η, -ο
είχαν καλεστεί/κληθεί
ήταν καλεσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καλώθα καλούμεθα καλούμαιθα καλούμαστε
θα καλείςθα καλείτεθα καλείσαιθα καλείστε
θα καλείθα καλούν(ε)θα καλείταιθα καλούνται
Fut
ur
θα καλέσωθα καλέσουμε, θα καλέσομεθα καλεστώ, θα κληθώθα καλεστούμε, θα κληθούμε
θα καλέσειςθα καλέσετεθα καλεστείς, θα κληθείςθα καλεστείτε, θα κληθείτε
θα καλέσειθα καλέσουν(ε)θα καλεστεί, θα κληθείθα καλεστούν(ε), θα κληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καλέσει
θα έχω καλεσμένο
θα έχουμε καλέσει
θα έχουμε καλεσμένο
θα έχω καλεστεί/κληθεί
θα είμαι καλεσμένος, -η
θα έχουμε καλεστεί/κληθεί
θα είμαστε καλεσμένοι, -ες
θα έχεις καλέσει
θα έχεις καλεσμένο
θα έχετε καλέσει
θα έχετε καλεσμένο
θα έχεις καλεστεί/κληθεί
θα είσαι καλεσμένος, -η
θα έχετε καλεστεί/κληθεί
θα είστε καλεσμένοι, -η
θα έχει καλέσει
θα έχει καλεσμένο
θα έχουν καλέσει
θα έχουν καλεσμένο
θα έχει καλεστεί/κληθεί
θα είναι καλεσμένος, -η, -ο
θα έχουν καλεστεί/κληθεί
θα είναι καλεσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καλώνα καλούμενα καλούμαινα καλούμαστε
να καλείςνα καλείτενα καλείσαινα καλείστε
να καλείνα καλούν(ε)να καλείταινα καλούνται
Aoristνα καλέσωνα καλέσουμε, να καλέσομενα καλεστώ, να κληθώνα καλεστούμε, να κληθούμε
να καλέσειςνα καλέσετενα καλεστείς, να κληθείςνα καλεστείτε, να κληθείτε
να καλέσεινα καλέσουν(ε)να καλεστεί, να κληθείνα καλεστούν(ε), να κληθούν(ε)
Perfνα έχω καλέσει
να έχω καλεσμένο
να έχουμε καλέσει
να έχουμε καλεσμένο
να έχω καλεστεί/κληθεί
να είμαι καλεσμένος, -η
να έχουμε καλεστεί/κληθεί
να είμαστε καλεσμενοι, -ες
να έχεις καλέσει
να έχεις καλεσμένο
να έχετε καλέσει
να έχετε καλεσμένο
να έχεις καλεστεί/κληθεί
να είσαι καλεσμένος, -η
να έχετε καλεστεί/κληθεί
να είστε καλεσμένοι, -ες
να έχει καλέσει
να έχει καλεσμένο
να έχουν καλέσει
να έχουν καλεσμένο
να έχει καλεστεί/κληθεί
να είναι καλεσμένος, -η, -ο
να έχουν καλεστεί/κληθεί
να είναι καλεσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκαλείτεκαλείστε
Aoristκάλεσεκαλέστε, καλέσετεκαλέσουκαλεστείτε, κληθείτε
Part
izip
Presκαλώνταςκαλούμενος
Perfέχοντας καλέσει, έχοντας καλεσμένοκαλεσμένος, -η, -οκαλεσμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαλέσεικαλεστεί/κληθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προσκαλώπροσκαλούμεπροσκαλούμαιπροσκαλούμαστε
προσκαλείςπροσκαλείτεπροσκαλείσαιπροσκαλείστε
προσκαλείπροσκαλούν(ε)προσκαλείταιπροσκαλούνται
Imper
fekt
προσκαλούσαπροσκαλούσαμε
προσκαλούσεςπροσκαλούσατε
προσκαλούσεπροσκαλούσαν(ε)προσκαλούνταν, προσκαλείτοπροσκαλούνταν, προσκαλούντο
Aoristπροσκάλεσαπροσκαλέσαμεπροσκλήθηκαπροσκληθήκαμε
προσκάλεσεςπροσκαλέσατεπροσκλήθηκεςπροσκληθήκατε
προσκάλεσεπροσκάλεσαν, προσκαλέσαν(ε)προσκλήθηκεπροσκλήθηκαν, προσκληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω προσκαλέσει
έχω προσκαλεσμένο
έχουμε προσκαλέσει
έχουμε προσκαλεσμένο
έχω προσκληθεί
είμαι προσκαλεσμένος, -η
έχουμε προσκληθεί
είμαστε προσκαλεσμένοι, -ες
έχεις προσκαλέσει
έχεις προσκαλεσμένο
έχετε προσκαλέσει
έχετε προσκαλεσμένο
έχεις προσκληθεί
είσαι προσκαλεσμένος, -η
έχετε προσκληθεί
είστε προσκαλεσμένοι, -ες
έχει προσκαλέσει
έχει προσκαλεσμένο
έχουν προσκαλέσει
έχουν προσκαλεσμένο
έχει προσκληθεί
είναι προσκαλεσμένος, -η, -ο
έχουν προσκληθεί
είναι προσκαλεσμένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα προσκαλέσει
είχα προσκαλεσμένο
είχαμε προσκαλέσει
είχαμε προσκαλεσμενο
είχα προσκληθεί
ήμουν προσκαλεσμένος, -η
είχαμε προσκληθεί
ήμαστε προσκαλεσμένοι, -ες
είχες προσκαλέσει
είχες προσκαλεσμένο
είχατε προσκαλέσει
είχατε προσκαλεσμένο
είχες προσκληθεί
έσουν προσκαλεσμένος, -η
είχατε προσκληθεί
έσαστε προσκαλεσμένοι, -ες
είχε προσκαλέσει
είχε προσκαλεσμένο
είχαν προσκαλέσει
είχαν προσκαλεσμένο
είχε προσκληθεί
ήταν προσκαλεσμένος, -η, -ο
είχαν προσκληθεί
ήταν προσκαλεσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προσκαλώθα προσκαλούμεθα προσκαλούμαιθα προσκαλούμαστε
θα προσκαλείςθα προσκαλείτεθα προσκαλείσαιθα προσκαλείστε
θα προσκαλείθα προσκαλούν(ε)θα προσκαλείταιθα προσκαλούνται
Fut
ur
θα προσκαλέσωθα προσκαλέσουμε, θα προσκαλέσομεθα προσκληθώθα προσκληθούμε
θα προσκαλέσειςθα προσκαλέσετεθα προσκληθείςθα προσκληθείτε
θα προσκαλέσειθα προσκαλέσουν(ε)θα προσκληθείθα προσκληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προσκαλέσει
θα έχω προσκαλεσμένο
θα έχουμε προσκαλέσει
θα έχουμε προσκαλεσμένο
θα έχω προσκληθεί
θα είμαι προσκαλεσμένος, -η
θα έχουμε προσκληθεί
θα είμαστε προσκαλεσμένοι, -ες
θα έχεις προσκαλέσει
θα έχεις προσκαλεσμένο
θα έχετε προσκαλέσει
θα έχετε προσκαλεσμένο
θα έχεις προσκληθεί
θα είσαι προσκαλεσμένος, -η
θα έχετε προσκληθεί
θα είστε προσκαλεσμένοι, -η
θα έχει προσκαλέσει
θα έχει προσκαλεσμένο
θα έχουν προσκαλέσει
θα έχουν προσκαλεσμένο
θα έχει προσκληθεί
θα είναι προσκαλεσμένος, -η, -ο
θα έχουν προσκληθεί
θα είναι προσκαλεσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προσκαλώνα προσκαλούμενα προσκαλούμαινα προσκαλούμαστε
να προσκαλείςνα προσκαλείτενα προσκαλείσαινα προσκαλείστε
να προσκαλείνα προσκαλούν(ε)να προσκαλείταινα προσκαλούνται
Aoristνα προσκαλέσωνα προσκαλέσουμε, να προσκαλέσομενα προσκληθώνα προσκληθούμε
να προσκαλέσειςνα προσκαλέσετενα προσκληθείςνα προσκληθείτε
να προσκαλέσεινα προσκαλέσουν(ε)να προσκληθείνα προσκληθούν(ε)
Perfνα έχω προσκαλέσει
να έχω προσκαλεσμένο
να έχουμε προσκαλέσει
να έχουμε προσκαλεσμένο
να έχω προσκληθεί
να είμαι προσκαλεσμένος, -η
να έχουμε προσκληθεί
να είμαστε προσκαλεσμενοι, -ες
να έχεις προσκαλέσει
να έχεις προσκαλεσμένο
να έχετε προσκαλέσει
να έχετε προσκαλεσμένο
να έχεις προσκληθεί
να είσαι προσκαλεσμένος, -η
να έχετε προσκληθεί
να είστε προσκαλεσμένοι, -ες
να έχει προσκαλέσει
να έχει προσκαλεσμένο
να έχουν προσκαλέσει
να έχουν προσκαλεσμένο
να έχει προσκληθεί
να είναι προσκαλεσμένος, -η, -ο
να έχουν προσκληθεί
να είναι προσκαλεσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπροσκαλείτεπροσκαλείστε
Aoristπροσκάλεσεπροσκαλέστε, προσκαλέσετεπροσκληθείτε
Part
izip
Presπροσκαλώνταςπροσκαλούμενος
Perfέχοντας προσκαλέσει, έχοντας προσκαλεσμένοπροσκαλεσμένος, -η, -οπροσκαλεσμένοι, -ες, -α
InfinAoristπροσκαλέσειπροσκληθεί




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φορτώνωφορτώνουμε, φορτώνομεφορτώνομαιφορτωνόμαστε
φορτώνειςφορτώνετεφορτώνεσαιφορτώνεστε, φορτωνόσαστε
φορτώνειφορτώνουν(ε)φορτώνεταιφορτώνονται
Imper
fekt
φόρτωναφορτώναμεφορτωνόμουν(α)φορτωνόμαστε, φορτωνόμασταν
φόρτωνεςφορτώνατεφορτωνόσουν(α)φορτωνόσαστε, φορτωνόσασταν
φόρτωνεφόρτωναν, φορτώναν(ε)φορτωνόταν(ε)φορτώνονταν, φορτωνόντανε, φορτωνόντουσαν
Aoristφόρτωσαφορτώσαμεφορτώθηκαφορτωθήκαμε
φόρτωσεςφορτώσατεφορτώθηκεςφορτωθήκατε
φόρτωσεφόρτωσαν, φορτώσαν(ε)φορτώθηκεφορτώθηκαν, φορτωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω φορτώσει
έχω φορτωμένο
έχουμε φορτώσει
έχουμε φορτωμένο
έχω φορτωθεί
είμαι φορτωμένος, -η
έχουμε φορτωθεί
είμαστε φορτωμένοι, -ες
έχεις φορτώσει
έχεις φορτωμένο
έχετε φορτώσει
έχετε φορτωμένο
έχεις φορτωθεί
είσαι φορτωμένος, -η
έχετε φορτωθεί
είστε φορτωμένοι, -ες
έχει φορτώσει
έχει φορτωμένο
έχουν φορτώσει
έχουν φορτωμένο
έχει φορτωθεί
είναι φορτωμένος, -η, -ο
έχουν φορτωθεί
είναι φορτωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα φορτώσει
είχα φορτωμένο
είχαμε φορτώσει
είχαμε φορτωμένο
είχα φορτωθεί
ήμουν φορτωμένος, -η
είχαμε φορτωθεί
ήμαστε φορτωμένοι, -ες
είχες φορτώσει
είχες φορτωμένο
είχατε φορτώσει
είχατε φορτωμένο
είχες φορτωθεί
ήσουν φορτωμένος, -η
είχατε φορτωθεί
ήσαστε φορτωμένοι, -ες
είχε φορτώσει
είχε φορτωμένο
είχαν φορτώσει
είχαν φορτωμένο
είχε φορτωθεί
ήταν φορτωμένος, -η, -ο
είχαν φορτωθεί
ήταν φορτωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φορτώνωθα φορτώνουμε, θα φορτώνομεθα φορτώνομαιθα φορτωνόμαστε
θα φορτώνειςθα φορτώνετεθα φορτώνεσαιθα φορτώνεστε, θα φορτωνόσαστε
θα φορτώνειθα φορτώνουν(ε)θα φορτώνεταιθα φορτώνονται
Fut
ur
θα φορτώσωθα φορτώσουμε, θα φορτώσομεθα φορτωθώθα φορτωθούμε
θα φορτώσειςθα φορτώσετεθα φορτωθείςθα φορτωθείτε
θα φορτώσειθα φορτώσουνθα φορτωθείθα φορτωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φορτώσει
θα έχω φορτωμένο
θα έχουμε φορτώσει
θα έχουμε φορτωμένο
θα έχω φορτωθεί
θα είμαι φορτωμένος, -η
θα έχουμε φορτωθεί
θα είμαστε φορτωμένοι, -ες
θα έχεις φορτώσει
θα έχεις φορτωμένο
θα έχετε φορτώσει
θα έχετε φορτωμένο
θα έχεις φορτωθεί
θα είσαι φορτωμένος, -η
θα έχετε φορτωθεί
θα είστε φορτωμένοι, -ες
θα έχει φορτώσει
θα έχει φορτωμένο
θα έχουν φορτώσει
θα έχουν φορτωμένο
θα έχει φορτωθεί
θα είναι φορτωμένος, -η, -ο
θα έχουν φορτωθεί
θα είναι φορτωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φορτώνωνα φορτώνουμε, να φορτώνομενα φορτώνομαινα φορτωνόμαστε
να φορτώνειςνα φορτώνετενα φορτώνεσαινα φορτώνεστε, να φορτωνόσαστε
να φορτώνεινα φορτώνουν(ε)να φορτώνεταινα φορτώνονται
Aoristνα φορτώσωνα φορτώσουμε, να φορτώσομενα φορτωθώνα φορτωθούμε
να φορτώσειςνα φορτώσετενα φορτωθείςνα φορτωθείτε
να φορτώσεινα φορτώσουν(ε)να φορτωθείνα φορτωθούν(ε)
Perfνα έχω φορτώσει
να έχω φορτωμένο
να έχουμε φορτώσει
να έχουμε φορτωμένο
να έχω φορτωθεί
να είμαι φορτωμένος, -η
να έχουμε φορτωθεί
να είμαστε φορτωμένοι, -ες
να έχεις φορτώσει
να έχεις φορτωμένο
να έχετε φορτώσει
να έχετε φορτωμένο
να έχεις φορτωθεί
να είσαι φορτωμένος, -η
να έχετε φορτωθεί
να είστε φορτωμένοι, -ες
να έχει φορτώσει
να έχει φορτωμένο
να έχουν φορτώσει
να έχουν φορτωμένο
να έχει φορτωθεί
να είναι φορτωμένος, -η, -ο
να έχουν φορτωθεί
να είναι φορτωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφόρτωνεφορτώνετεφορτώνεστε
Aoristφόρτωσεφορτώστε, φορτώσετεφορτώσουφορτωθείτε
Part
izip
Presφορτώνοντας
Perfέχοντας φορτώσει, έχοντας φορτωμένοφορτωμένος, -η, -οφορτωμένοι, -ες, -α
InfinAoristφορτώσειφορτωθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback