anrichten
 Verb

κάνω Verb
(14)
προξενώ Verb
(0)
σερβίρω Verb
(0)
ετοιμάζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Ich könnte noch mehr anrichten, inspektor.Μπορώ να κάνω περισσότερο.

Übersetzung nicht bestätigt

Diese Typen sind überall, und ich will ein wenig Schaden anrichten.Αυτοί οι τύποι είναι παντού, και θέλω να κάνω λίγη ζημιά.

Übersetzung nicht bestätigt

Ahnst du, was ich in 1 0 Sekunden mit dir anrichten könnte?Ξέρεις τι μπορώ να σου κάνω σε 10 δευτερόλεπτα;

Übersetzung nicht bestätigt

Was kann ich hier schon anrichten?Τι σκατά μπορώ να κάνω από 'δω;

Übersetzung nicht bestätigt

Ich werd' hier gleich einen Riesenscheiss anrichten !Θα κάνω μεγάλη φασαρία.

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κάνωκάνουμε, κάνομε
κάνειςκάνετε
κάνεικάνουν(ε)
Imper
fekt
έκανακάναμε
έκανεςκάνατε
έκανεέκαναν, κάναν(ε)
Aoristέκανα, έκαμακάναμε, κάμαμε
έκανες, έκαμεςκάνατε, κάματε
έκανε, έκαμεέκαναν, κάναν(ε), έκαμαν, κάμαν(ε)
Per
fekt
έχω κάνει
έχω κάμει
έχω καμωμένο
έχουμε κάνει
έχουμε κάμει
έχουμε καμωμένο
έχεις κάνει
έχεις κάμει
έχεις καμωμένο
έχετε κάνει
έχετε κάμει
έχετε καμωμένο
έχει κάνει
έχει κάμει
έχει καμωμένο
έχουν κάνει
έχουν κάμει
έχουν καμωμένο
Plu
per
fekt
είχα κάνει
είχα κάμει
είχα καμωμένο
είχαμε κάνει
είχαμε κάμει
είχαμε καμωμένο
είχες κάνει
είχες κάμει
είχες καμωμένο
είχατε κάνει
είχατε κάμει
είχατε καμωμένο
είχε κάνει
είχε κάμει
είχε καμωμένο
είχαν κάνει
είχαν κάμει
είχαν καμωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κάνωθα κάνουμε, θα κάνομε
θα κάνειςθα κάνετε
θα κάνειθα κάνουν(ε)
Fut
ur
θα κάνω, θα κάμωθα κάνουμε, θα κάμουμε
θα κάνεις, θα κάμειςθα κάνετε, θα κάμετε
θα κάνει, θα κάμειθα κάνουν(ε), θα κάμουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κάνει
θα έχω κάμει
θα έχω καμωμένο
θα έχουμε κάνει
θα έχουμε κάμει
θα έχουμε καμωμένο
θα έχεις κάνει
θα έχεις κάμει
θα έχεις καμωμένο
θα έχετε κάνει
θα έχετε κάμει
θα έχετε καμωμένο
θα έχει κάνει
θα έχει κάμει
θα έχει καμωμένο
θα έχουν κάνει
θα έχουν κάμει
θα έχουν καμωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κάνωνα κάνουμε, να κάνομε
να κάνειςνα κάνετε
να κάνεινα κάνουν(ε)
Aoristνα κάνω, να κάμωνα κάνουμε, να κάμουμε
να κάνεις, να κάμειςνα κάνετε, να κάμετε
να κάνει, να κάμεινα κάνουν(ε), να κάμουν(ε)
Perfνα έχω κάνει
να έχω κάμει
να έχω καμωμένο
να έχουμε κάνει
να έχουμε κάμει
να έχουμε καμωμένο
να έχεις κάνει
να έχεις κάμει
να έχεις καμωμένο
να έχετε κάνει
να έχετε κάμει
να έχετε καμωμένο
να έχει κάνει
να έχει κάμει
να έχει καμωμένο
να έχουν κάνει
να έχουν κάμει
να έχουν καμωμένο
Imper
ativ
Presκάνεκάνετε
Aoristκάνε, κάμεκάντε, κάμετε
Part
izip
Presκάνοντας
Perfέχοντας κάνει
έχοντας κάμει
έχοντας καμωμένο
InfinAoristκάνει, κάμει



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σερβίρωσερβίρουμε, σερβίρομεσερβίρομαι, σερβιρίζομαισερβιριζόμαστε
σερβίρειςσερβίρετεσερβίρεσαι, σερβιρίζεσαισερβίρεστε, σερβιριζόσαστε
σερβίρεισερβίρουν(ε)σερβίρεται, σερβιρίζεταισερβίρονται, σερβιρίζονται
Imper
fekt
σερβίριζα, σέρβιρασερβίραμεσερβιριζόμουν(α)σερβιριζόμαστε, σερβιριζόμασταν
σερβίριζες, σέρβιρεςσερβίρατεσερβιριζόσουν(α)σερβιριζόσαστε, σερβιριζόσασταν
σερβίριζε, σέρβιρεσερβίριζαν, σερβίραν(ε)σερβιριζόταν(ε)σερβίρονταν, σερβιριζόντανε, σερβιριζόντουσαν
Aoristσέρβιρα, σερβίρισασερβίραμεσερβιρίστηκασερβιριστήκαμε
σέρβιρες, σερβίρισεςσερβίρατεσερβιρίστηκεςσερβιριστήκατε
σέρβιρε, σερβίρισεσερβίραν(ε), σερβίρισανσερβιρίστηκεσερβιρίστηκαν, σερβιριστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω σερβίρει
έχω σερβιρισμένο
έχουμε σερβίρει
έχουμε σερβιρισμένο
έχω σερβιριστεί
είμαι σερβιρισμένος, -η
έχουμε σερβιριστεί
είμαστε σερβιρισμένοι, -ες
έχεις σερβίρει
έχεις σερβιρισμένο
έχετε σερβίρει
έχετε σερβιρισμένο
έχεις σερβιριστεί
είσαι σερβιρισμένος, -η
έχετε σερβιριστεί
είστε σερβιρισμένοι, -ες
έχει σερβίρει
έχει σερβιρισμένο
έχουν σερβίρει
έχουν σερβιρισμένο
έχει σερβιριστεί
είναι σερβιρισμένος, -η, -ο
έχουν σερβιριστεί
είναι σερβιρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα σερβίρει
είχα σερβιρισμένο
είχαμε σερβίρει
είχαμε σερβιρισμένο
είχα σερβιριστεί
ήμουν σερβιρισμένος, -η
είχαμε σερβιριστεί
ήμαστε σερβιρισμένοι, -ες
είχες σερβίρει
είχες σερβιρισμένο
είχατε σερβίρει
είχατε σερβιρισμένο
είχες σερβιριστεί
ήσουν σερβιρισμένος, -η
είχατε σερβιριστεί
ήσαστε σερβιρισμένοι, -ες
είχε σερβίρει
είχε σερβιρισμένο
είχαν σερβίρει
είχαν σερβιρισμένο
είχε σερβιριστεί
ήταν σερβιρισμένος, -η, -ο
είχαν σερβιριστεί
ήταν σερβιρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σερβίρωθα σερβίρουμε, θα σερβίρομεθα σερβίρομαιθα σερβιριζόμαστε
θα σερβίρειςθα σερβίρετεθα σερβίρεσαιθα σερβίρεστε, θα σερβιριζόσαστε
θα σερβίρειθα σερβίρουν(ε)θα σερβίρεταιθα σερβίρονται
Fut
ur
θα σερβίρωθα σερβίρουμε, θα σερβίρομεθα σερβιριστώθα σερβιριστούμε
θα σερβίρειςθα σερβίρετεθα σερβιριστείςθα σερβιριστείτε
θα σερβίρειθα σερβίρουν(ε)θα σερβιριστείθα σερβιριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σερβίρει
θα έχω σερβιρισμένο
θα έχουμε σερβίρει
θα έχουμε σερβιρισμένο
θα έχω σερβιριστεί
θα είμαι σερβιρισμένος, -η
θα έχουμε σερβιριστεί
θα είμαστε σερβιρισμένοι, -ες
θα έχεις σερβίρει
θα έχεις σερβιρισμένο
θα έχετε σερβίρει
θα έχετε σερβιρισμένο
θα έχεις σερβιριστεί
θα είσαι σερβιρισμένος, -η
θα έχετε σερβιριστεί
θα είστε σερβιρισμένοι, -ες
θα έχει σερβίρει
θα έχει σερβιρισμένο
θα έχουν σερβίρει
θα έχουν σερβιρισμένο
θα έχει σερβιριστεί
θα είναι σερβιρισμένος, -η, -ο
θα έχουν σερβιριστεί
θα είναι σερβιρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σερβίρωνα σερβίρουμε, να σερβίρομενα σερβίρομαινα σερβιριζόμαστε
να σερβίρειςνα σερβίρετενα σερβίρεσαινα σερβίρεστε, να σερβιριζόσαστε
να σερβίρεινα σερβίρουν(ε)να σερβίρεταινα σερβίρονται
Aoristνα σερβίρωνα σερβίρουμε, να σερβίρομενα σερβιριστώνα σερβιριστούμε
να σερβίρειςνα σερβίρετενα σερβιριστείςνα σερβιριστείτε
να σερβίρεινα σερβίρουν(ε)να σερβιριστείνα σερβιριστούν(ε)
Perfνα έχω σερβίρει
να έχω σερβιρισμένο
να έχουμε σερβίρει
να έχουμε σερβιρισμένο
να έχω σερβιριστεί
να είμαι σερβιρισμένος, -η
να έχουμε σερβιριστεί
να είμαστε σερβιρισμένοι, -ες
να έχεις σερβίρει
να έχεις σερβιρισμένο
να έχετε σερβίρει
να έχετε σερβιρισμένο
να έχεις σερβιριστεί
να είσαι σερβιρισμένος, -η
να έχετε σερβιριστεί
να είστε σερβιρισμένοι, -ες
να έχει σερβίρει
να έχει σερβιρισμένο
να έχουν σερβίρει
να έχουν σερβιρισμένο
να έχει σερβιριστεί
να είναι σερβιρισμένος, -η, -ο
να έχουν σερβιριστεί
να είναι σερβιρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσέρβιρε, σερβίριζεσερβίρετεσερβίρεστε
Aoristσέρβιρε, σερβίρισεσερβίρετε(σερβιρίσου)σερβιριστείτε
Part
izip
Presσερβίροντας
Perfέχοντας σερβίρει, έχοντας σερβιρισμένοσερβιρισμένος, -η, -οσερβιρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristσερβίρεισερβιριστεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ετοιμάζωετοιμάζουμε, ετοιμάζομεετοιμάζομαιετοιμαζόμαστε
ετοιμάζειςετοιμάζετεετοιμάζεσαιετοιμάζεστε, ετοιμαζόσαστε
ετοιμάζειετοιμάζουν(ε)ετοιμάζεταιετοιμάζονται
Imper
fekt
ετοίμαζαετοιμάζαμεετοιμαζόμουν(α)ετοιμαζόμαστε, ετοιμαζόμασταν
ετοίμαζεςετοιμάζατεετοιμαζόσουν(α)ετοιμαζόσαστε, ετοιμαζόσασταν
ετοίμαζεετοίμαζαν, ετοιμάζαν(ε)ετοιμαζόταν(ε)ετοιμάζονταν, ετοιμαζόντανε, ετοιμαζόντουσαν
Aoristετοίμασαετοιμάσαμεετοιμάστηκαετοιμαστήκαμε
ετοίμασεςετοιμάσατεετοιμάστηκεςετοιμαστήκατε
ετοίμασεετοίμασαν, ετοιμάσαν(ε)ετοιμάστηκεετοιμάστηκαν, ετοιμαστήκανε
Per
fekt
έχω ετοιμάσει
έχω ετοιμασμένο
έχουμε ετοιμάσει
έχουμε ετοιμασμένο
έχω ετοιμαστεί
είμαι ετοιμασμένος, -η
έχουμε ετοιμαστεί
είμαστε ετοιμασμένοι, -ες
έχεις ετοιμάσει
έχεις ετοιμασμένο
έχετε ετοιμάσει
έχετε ετοιμασμένο
έχεις ετοιμαστεί
είσαι ετοιμασμένος, -η
έχετε ετοιμαστεί
είστε ετοιμασμένοι, -ες
έχει ετοιμάσει
έχει ετοιμασμένο
έχουν ετοιμάσει
έχουν ετοιμασμένο
έχει ετοιμαστεί
είναι ετοιμασμένος, -η, -ο
έχουν ετοιμαστεί
είναι ετοιμασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ετοιμάσει
είχα ετοιμασμένο
είχαμε ετοιμάσει
είχαμε ετοιμασμένο
είχα ετοιμαστεί
ήμουν ετοιμασμένος, -η
είχαμε ετοιμαστεί
ήμαστε ετοιμασμένοι, -ες
είχες ετοιμάσει
είχες ετοιμασμένο
είχατε ετοιμάσει
είχατε ετοιμασμένο
είχες ετοιμαστεί
ήσουν ετοιμασμένος, -η
είχατε ετοιμαστεί
ήσαστε ετοιμασμένοι, -ες
είχε ετοιμάσει
είχε ετοιμασμένο
είχαν ετοιμάσει
είχαν ετοιμασμένο
είχε ετοιμαστεί
ήταν ετοιμασμένος, -η, -ο
είχαν ετοιμαστεί
ήταν ετοιμασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ετοιμάζωθα ετοιμάζουμε, θα ετοιμάζομεθα ετοιμάζομαιθα ετοιμαζόμαστε
θα ετοιμάζειςθα ετοιμάζετεθα ετοιμάζεσαιθα ετοιμάζεστε, θα ετοιμαζόσαστε
θα ετοιμάζειθα ετοιμάζουν(ε)θα ετοιμάζεταιθα ετοιμάζονται
Fut
ur
θα ετοιμάσωθα ετοιμάσουμε, θα ετοιμάσομεθα ετοιμαστώθα ετοιμαστούμε
θα ετοιμάσειςθα ετοιμάσετεθα ετοιμαστείςθα ετοιμαστείτε
θα ετοιμάσειθα ετοιμάσουν(ε)θα ετοιμαστείθα ετοιμαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ετοιμάσει
θα έχω ετοιμασμένο
θα έχουμε ετοιμάσει
θα έχουμε ετοιμασμένο
θα έχω ετοιμαστεί
θα είμαι ετοιμασμένος, -η
θα έχουμε ετοιμαστεί
θα είμαστε ετοιμασμένοι, -ες
θα έχεις ετοιμάσει
θα έχεις ετοιμασμένο
θα έχετε ετοιμάσει
θα έχετε ετοιμασμένο
θα έχεις ετοιμαστεί
θα είσαι ετοιμασμένος, -η
θα έχετε ετοιμαστεί
θα είστε ετοιμασμένοι, -ες
θα έχει ετοιμάσει
θα έχει ετοιμασμένο
θα έχουν ετοιμάσει
θα έχουν ετοιμασμένο
θα έχει ετοιμαστεί
θα είναι ετοιμασμένος, -η, -ο
θα έχουν ετοιμαστεί
θα είναι ετοιμασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ετοιμάζωνα ετοιμάζουμε, να ετοιμάζομενα ετοιμάζομαινα ετοιμαζόμαστε
να ετοιμάζειςνα ετοιμάζετενα ετοιμάζεσαινα ετοιμάζεστε, να ετοιμαζόσαστε
να ετοιμάζεινα ετοιμάζουν(ε)να ετοιμάζεταινα ετοιμάζονται
Aoristνα ετοιμάσωνα ετοιμάσουμε, να ετοιμάσομενα ετοιμαστώνα ετοιμαστούμε
να ετοιμάσειςνα ετοιμάσετενα ετοιμαστείςνα ετοιμαστείτε
να ετοιμάσεινα ετοιμάσουννα ετοιμαστείνα ετοιμαστούν(ε)
Perfνα έχω ετοιμάσει
να έχω ετοιμασμένο
να έχουμε ετοιμάσει
να έχουμε ετοιμασμένο
να έχω ετοιμαστεί
να είμαι ετοιμασμένος, -η
να έχουμε ετοιμαστεί
να είμαστε ετοιμασμένοι, -ες
να έχεις ετοιμάσει
να έχεις ετοιμασμένο
να έχετε ετοιμάσει
να έχετε ετοιμασμένο
να έχεις ετοιμαστεί
να είσαι ετοιμασμένος, -η
να έχετε ετοιμαστεί
να είστε ετοιμασμένοι, -ες
να έχει ετοιμάσει
να έχει ετοιμασμένο
να έχουν ετοιμάσει
να έχουν ετοιμασμένο
να έχει ετοιμαστεί
να είναι ετοιμασμένος, -η, -ο
να έχουν ετοιμαστεί
να είναι ετοιμασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presετοίμαζεετοιμάζετεετοιμάζεστε
Aoristετοίμασεετοιμάστεετοιμάσουετοιμαστείτε
Part
izip
Presετοιμάζονταςετοιμαζόμενος
Perfέχοντας ετοιμάσει, έχοντας ετοιμασμένοετοιμασμένος, -η, -οετοιμασμένοι, -ες, -α
InfinAoristετοιμάσειετοιμαστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback