{ο}  τοίχος Subst.  [tichos, toixos]

{die}    Subst.
(326)
{die}    Subst.
(188)

Etymologie zu τοίχος

τοίχος κληρονομημένη von altgriechisch τοῖχος


GriechischDeutsch
Πρέπει να ορίζεται σαφώς το είδος χρήσης για την οποία είναι κατάλληλο το προϊόν: τοίχος, δάπεδο ή τοίχος/δάπεδο, εφόσον το προϊόν είναι κατάλληλο και για τις δύο χρήσεις.Wofür das Produkt geeignet ist, muss genau spezifiziert werden: Wand oder Fußboden oder Wand/Fußboden, wenn es für beide geeignet ist.

Übersetzung bestätigt

Ματ χρώματα εσωτερικής χρήσης (τοίχοι/οροφές) (στιλπνότητα < 25 στους 60 °)Innenanstriche für Wände und Decken (matt) (Glanzmaßzahl < 25 Einheiten im 60 ° Messwinkel)

Übersetzung bestätigt

Στιλπνά χρώματα εσωτερικής χρήσης (τοίχοι/οροφές) (στιλπνότητα > 25 στους 60 °)Innenanstriche für Wände und Decken (glänzend) (Glanzmaßzahl > 25 Einheiten im 60 ° Messwinkel)

Übersetzung bestätigt

Οι τοίχοι πρέπει να είναι ανοικτού χρώματος και να μην ανακλούν το φως.Die Wände müssen hell sein und dürfen nicht reflektieren.

Übersetzung bestätigt

Τα χωρίσματα τύπου Β είναι διαφράγματα, τοίχοι και διαδοκίδες που πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις:Trennflächen vom Typ B sind Schotte, Wände, Decks, Decken oder Verkleidungen, die den folgenden Anforderungen genügen:

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
Mauer
Wand



Griechische Definition zu τοίχος

τοίχος ο [tíxos] : κατακόρυφη κατασκευή από πέτρες, τούβλα, μπετόν ή άλλο υλικό, με μικρό πάχος σε σχέση με το ύψος ή το μήκος της, που χτίζεται για να δημιουργήσει έναν κλειστό χώρο, να χωρίσει ένα χώ ρο ή να περιφράξει μια έκταση: Εξωτερικός / εσωτερικός / χαμηλός / ψηλός / χοντρός / λεπτός τοίχος. Δρομικός τοίχος. Xτίζω / υψώνω / γκρεμίζω έναν τοί χο. (έκφρ.) σαν να μιλάω στον τοίχο, όταν δε με προσέχουν ή δε λογαριάζουν όσα λέω. κλείστηκε μέσα σε τέσσερις τοίχους, ζει απομονωμένος στο σπίτι του. δεν άφησαν παρά τους τέσσερις τοίχους, αφαίρεσαν όλα τα κινητά αντικείμενα από ένα σπίτι. στήνω κπ. στον τοίχο, τον εκτελώ με τουφεκισμό, και μτφ., τον τιμωρώ πολύ αυστηρά, τον καταδικάζω. (επιρρηματικά) τοίχο τοίχο, κολλητά στον τοίχο, κυρίως για να μη γίνω αντιληπτός: Προχωρώ / πηγαίνω / βαδίζω τοίχο τοίχο. ΦΡ χτυπώ / βαρώ το κεφάλι* μου στον τοίχο. κολλάω κπ. στον τοίχο, τον κάνω να μην μπορεί να αντιμετωπίσει τα επιχειρήματά μου. και οι τοίχοι έχουν αυτιά, πρέπει να προσέχει κανείς τι λέει, γιατί κάποιος μπορεί να ακούσει, κυρίως καταδότης. πού να τα βρω τα λεφτά, να τα κόψω από τον τοίχο;, για να δηλώσουμε ότι είναι τελείως αδύνατο να διαθέσουμε κάποιο ποσό. || (μτφ.): Yψώνεται ένας τοίχος ανάμεσά τους, δεν υπάρχει καμιά ψυχική επαφή ανάμεσά τους. τοιχάκι το YΠΟKΟΡ. τοιχαλάκι το YΠΟKΟΡ.

[αρχ. τοῖχος· τοίχ(ος) -αλάκι]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback