{ο}  ελεγκτής Subst.  [elegktis, elegkths]

{der}    Subst.
(41)
{der}    Subst.
(20)
{der}    Subst.
(0)

Etymologie zu ελεγκτής

ελεγκτής ελέγχω + -τής


GriechischDeutsch
Όταν διαπιστώνονται ελαττώματα, ο ελεγκτής προσδιορίζει το ποσοστό του προϊόντος που δεν ικανοποιεί τις προδιαγραφές με βάση τον αριθμό των τεμαχίων ή το βάρος του προϊόντος.Weist das Erzeugnis Mängel auf, so bestimmt der Kontrolleur den prozentualen Anteil nach der Anzahl oder dem Gewicht der nicht normgerechten Erzeugnisse.

Übersetzung bestätigt

Ο ελεγκτής μπορεί να το αποφύγει αυτό, όταν η δειγματοληψία βασίζεται σε σύνθετα δείγματα.Der Kontrolleur darf nur hiervon absehen, wenn sich die Probenahme auf Mischproben stützt.

Übersetzung bestätigt

Εάν μετά από έλεγχο ο ελεγκτής διαπιστώσει ότι δεν είναι σε θέση να λάβει απόφαση, μπορεί να διενεργήσει νέο φυσικό έλεγχο και ως γενικό αποτέλεσμα λαμβάνεται ο μέσος όρος των αποτελεσμάτων των δύο ελέγχων.Kann der Kontrolleur nach vollzogener Prüfung kein abschließendes Urteil fällen, so kann er eine weitere Warenkontrolle durchführen und das Gesamtergebnis als Durchschnittswert der beiden Kontrollen ausdrücken.

Übersetzung bestätigt

Ο ελεγκτής προσδιορίζει το μέγεθος του δείγματος χύδην με τρόπο που να είναι σε θέση να αξιολογήσει την παρτίδα.Der Kontrolleur legt den Umfang der Sammelprobe so fest, dass eine Beurteilung der Partie möglich ist.

Übersetzung bestätigt

Εάν επιτρέπονται μόνον ορισμένοι τύποι συσκευασίας ή παρουσίασης, ο ελεγκτής ελέγχει αν χρησιμοποιούνται πράγματι αυτοί.Sind nur bestimmte Arten von Verpackung oder Aufmachung zulässig, so prüft der Kontrolleur, ob sie verwendet wurden.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung



Griechische Definition zu ελεγκτής

ελεγκτής ο [eleŋgtís] : πρόσωπο (υπάλληλος) επιφορτισμένο να ελέγχει πράξεις άλλων (την εκτέλεση και τον τρόπο εκτέλεσης μιας υποχρέωσης, εργασίας κτλ.): Ο ελεγκτής τού ζήτησε το εισιτήριο. H κυβέρνηση τον διόρισε ελεγκτή στην τράπεζα. || (ειδ.): ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας, υπάλληλος αεροδρομίου αρμόδιος να ελέγχει και να ρυθμίζει την πορεία, την προσγείωση και την απογείωση αεροσκαφών.

[λόγ. ελεγκ- (δες ελέγχω) -τής (πρβ. αρχ. ἐλεγκτήρ `που καταδικάζει ή ερευνά΄)· λόγ. ελεγκ(τής) -τρια]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback