{η}  ελίτ Subst.  [elit]

{die}    Subst.
(459)

Etymologie zu ελίτ

ελίτ französisch élite élit παλαιά γαλλικά eslit lateinisch electus, Passiv Perfekt von eligo ex- + lego proto-italienisch *legō proto-indogermanisch *leǵ- (μαζεύω, συλλέγω)


GriechischDeutsch
μία φορά το χρόνο, όλα τα σμήνη στο 10 % των εκμεταλλεύσεων με τουλάχιστον 250 ενήλικες γαλοπούλες αναπαραγωγής ηλικίας μεταξύ 30 και 45 εβδομάδων αλλά συμπεριλαμβανομένων, εν πάση περιπτώσει, όλων των εκμεταλλεύσεων όπου ανιχνεύθηκε η Salmonella Enteritidis ή η Salmonella Typhimurium κατά τη διάρκεια των προηγούμενων 12 μηνών και όλων των εγκαταστάσεων με γαλοπούλες αναπαραγωγής ελίτ, γονείς προπατόρων και προπάτορές τους· αυτή η δειγματοληψία μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί στο εκκολαπτήριο,einmal jährlich sämtliche Herden in 10 % der Betriebe mit mindestens 250 erwachsenen Zuchtputen im Alter von 30 bis 45 Wochen; in jedem Fall zu beproben sind alle Betriebe, in denen in den vorangegangenen zwölf Monaten Salmonella Enteritidis oder Salmonella Typhimurium festgestellt wurde, sowie alle Betriebe mit Elite-, Urgroßelternund Großelternzuchtputen; diese Beprobung kann auch in der Brüterei erfolgen;

Übersetzung bestätigt

μία φορά ετησίως, όλα τα σμήνη με τουλάχιστον 250 ενήλικες γαλοπούλες αναπαραγωγής ηλικίας μεταξύ 30 και 45 εβδομάδων και όλες τις εκμεταλλεύσεις με γαλοπούλες αναπαραγωγής ελίτ, γονείς προπατόρων και προπάτορές τους· η αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίσει ότι αυτή η δειγματοληψία μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί στο εκκολαπτήριο καιeinmal jährlich sämtliche Herden mit mindestens 250 erwachsenen Zuchttruthühnern im Alter von 30 bis 45 Wochen sowie alle Betriebe mit Elite-, Urgroßelternund Großelternzuchttruthühnern; auf Veranlassung der zuständigen Behörde kann diese Beprobung auch in der Brüterei erfolgen; und

Übersetzung bestätigt

2.4 Τα κράτη αυτά κληρονόμησαν επίσης οικονομίες κεντρικού σχεδιασμού: πρόκειται για ένα μοντέλο η διατήρηση του οποίου κρίνεται σκόπιμη από τις ελίτ που κυριαρχούν.2.4 Ein weiteres Erbe, mit dem diese Staaten konfrontiert sind, ist die Planwirtschaft, an deren Beibehaltung den gegenwärtig an der Macht befindlichen Eliten gelegen ist.

Übersetzung bestätigt

3.3 Η ΕΟΚΕ έχει τηρήσει σταθερά μια συνεπή στάση6 όσον αφορά την κοινωνία της γνώσης ως ένα από τα καθοριστικά μέσα για την επίτευξη της πλήρους ένταξης όλων των πολιτών, και όχι μόνο μιας ελίτ, και όλως ιδιαιτέρως ως ένα από τα μέσα για την επίτευξη των στόχων που ορίστηκαν κατά τη Σύνοδο της Λισσαβώνας.3.3 Der EWSA6 hat wiederholt eine kohärente Position in Bezug auf die Wissensgesellschaft als einem grundlegenden Instrument zur umfassenden Integration aller Bürgerinnen und Bürger und nicht nur einer Elite sowie insbesondere als einem Mittel zur Erreichung der Lissabon-Ziele eingenommen.

Übersetzung bestätigt

Όλες οι χώρες απορρίπτουν τη συμβολική και μόνο συμμετοχή των νέων στην πληροφόρηση καθώς και μια συμμετοχή η οποία θα περιορίζεται στην ελίτ των νέων χωρίς να περιλαμβάνει εκείνους τους νέους οι οποίοι για οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς ή γεωγραφικούς λόγους έχουν λιγότερες δυνατότητες συμμετοχής.Alle Länder lehnen eine bloß symbolische Einbeziehung der Jugendlichen in die Informationspolitik ab; sie sind auch gegen eine Partizipation, die sich auf eine Elite von Jugendlichen beschränkt und junge Menschen ausschließt, deren Partizipationsmöglichkeiten aus wirtschaftlichen, sozialen, kulturellen oder geografischen Gründen eingeschränkt sind.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Grammatik

Noch keine Grammatik zu ελίτ.



Singular

Plural

Nominativdie Elite

die Eliten

Genitivder Elite

der Eliten

Dativder Elite

den Eliten

Akkusativdie Elite

die Eliten




Griechische Definition zu ελίτ

ελίτ η [elít] Ο (άκλ.) : τα πρόσωπα που θεωρείται ότι αποτελούν το πιο εκλεκτό (καλλιεργημένο, εξευγενισμένο κτλ.) τμήμα ενός κοινωνικού συνόλου· συνήθ. σε αντιδιαστολή προς το κοινό πλήθος, το λαό ή τη μάζα· (πρβ. αριστοκρατία, αφρόκρεμα): H ελίτ της κοινωνίας / του πνεύματος. || (συνήθ. ειρ.): Στη γιορτή μαζεύτηκε όλη η ελίτ!

[λόγ. < γαλλ. édivte]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback