αποφασιστικά Adv.  [apofasistika]

  Adj.
(198)

GriechischDeutsch
Η αμερικανική μητρική εταιρεία θεωρείται υπεύθυνη επειδή ήταν σε θέση να επηρεάσει αποφασιστικά την συμπεριφορά των κατά 100 % θυγατρικών της εταιρειών.Die Muttergesellschaft wird haftbar gemacht, da sie das Verhalten der vollständig in ihrem Besitz befindlichen Tochterunternehmen entscheidend beeinflussen konnte.

Übersetzung bestätigt

Επιτροπή έρευνας: «Στην περίπτωση της Orange, η οποία συνέβαλε αποφασιστικά στην έκρηξη της χρέωσης του ομίλου».Die vorgenannte Enquetekommission: „Im Falle von Orange, das entscheidend zur Explosion der Konzernverschuldung beigetragen hat“.

Übersetzung bestätigt

Η πίεση που ασκήθηκε από τις κινεζικές εισαγωγές στην αγορά συνέβαλε ασφαλώς αποφασιστικά στην πτώση των τιμών των εν λόγω χωρών εξαγωγής.Der von den chinesischen Einfuhren ausgehende Druck auf den Markt hat auf jeden Fall entscheidend zu den rückläufigen Preisen dieser ausführenden Länder beigetragen.

Übersetzung bestätigt

Αυτό εξαρτάται αποφασιστικά από την εξέλιξη της συνολικής οικονομικής κατάστασης, αλλά και από την ικανότητα της τράπεζας να αντιδρά σε αλλαγές της κατάστασης της αγοράς και των αναγκών των πελατών, και δεν μπορεί ως εκ τούτου με τα σημερινά δεδομένα να εκτιμηθεί οριστικά από την Επιτροπή.Dies hängt entscheidend von der Entwicklung der gesamtwirtschaftlichen Situation ab, aber auch von der Fähigkeit der Bank, auf Änderungen der Marktsituation und der Bedürfnisse der Kunden zu reagieren, und kann daher aus heutiger Sicht von der Kommission nicht abschließend beurteilt werden.

Übersetzung bestätigt

Η έρευνα στον φαρμακευτικό τομέα συμβάλλει αποφασιστικά στη συνεχή βελτίωση της δημόσιας υγείας.Die Forschung im pharmazeutischen Bereich trägt entscheidend zur ständigen Verbesserung der Volksgesundheit bei.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Noch keine Grammatik zu αποφασιστικά.



Griechische Definition zu αποφασιστικά

αποφασιστικά [apofasistiká] adv (L)

① w. determination, decidedly, resolutely, boldly (syn αποφασισμένα):
αποκρίθηκε, διάβηκε, μίλησε, μπήκε, σκέφτηκε αποφασιστικά |
στάθηκε αποφασιστικά |
η γλώσσα του είναι αποφασιστικά και στέρεα ακουμπισμένη στη λαϊκή γλώσσα (Palam, adapted) |
το Bυζάντιο έγειρε αποφασιστικά |
τα τανκς κατέβαιναν αποφασιστικά |
τα κράτη της μακρινής Aσίας στράφηκαν αποφασιστικά
② to a great extent, decisively, substantially, crucially (syn κρίσιμα):
ενισχύει, επηρεάζει, ευθύνεται, συμβάλλει αποφασιστικά |
αποφασιστικά περιορισμένη δύναμη |
η υγεία του κλονίστηκε αποφασιστικά |
την ώρα εκείνη κρίνουνταν αποφασιστικά η τύχη του (Drosinis) |
η άλγεβρα προωθήθηκε αποφασιστικά |
αυτά τα τραγούδια είναι που χωρίζουν αποφασιστικότερα τις γενιές (Panagiotop)
[fr postmed (Somavera) αποφασιστικά, der of αποφασιστικός]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback