ψαρεύω  Verb  [psarevo, psareyw]

Ähnliche Bedeutung wie ψαρεύω


Beispielsätze ψαρεύω

... που ήταν ένας ημίθεος. Η ιστορία αναφέρει πως αυτός και οι αδελφοί του ψάρευαν από το κανό τους (το Νότιο Νησί) όταν έπιασν ένα μεγάλο ψάρι και το τράβηξαν ...

... 1/10 της παραγωγής τους), να καταργηθεί η δουλοπαροικία, το δικαίωμα να ψαρεύουν και να κυνηγούν, να είναι αμερόληπτα τα δικαστήρια και να περιοριστούν ...

... ερωτεύτηκε τον Κύηκα και ζούσαν ευτυχισμένοι, αλλά μια μέρα ο Κύηκας πνίγηκε ψαρεύοντας και η Αλκυόνη από τον πόνο της έπεσε στα βράχια και σκοτώθηκε. Οι θεοί ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze fischen

... Als Kind bin ich öfter mit meinem Vater fischen gegangen. ...

... Wenn du morgen fischen gehst, dann gehe ich auch. ...

... Ich möchte wissen, was aus dem Freund geworden ist mit dem ich fischen ging. ...

Quelle: human600, MUIRIEL, Dejo

Grammatik


ΨΑΡΕΥΩ
I fish
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ψαρεύωψαρεύουμε, ψαρεύομεψαρεύομαιψαρευόμαστε
ψαρεύειςψαρεύετεψαρεύεσαιψαρεύεστε, ψαρευόσαστε
ψαρεύειψαρεύουν(ε)ψαρεύεταιψαρεύονται
Imper
fekt
ψάρευαψαρεύαμεψαρευόμουν(α)ψαρευόμαστε, ψαρευόμασταν
ψάρευεςψαρεύατεψαρευόσουν(α)ψαρευόσαστε, ψαρευόσασταν
ψάρευεψάρευαν, ψαρεύαν(ε)ψαρευότανεψαρεύονταν, ψαρευόντανε, ψαρευόντουσαν
Aoristψάρεψαψαρέψαμεψαρεύτηκαψαρευτήκαμε
ψάρεψεςψαρέψατεψαρεύτηκεςψαρευτήκατε
ψάρεψεψάρεψαν, ψαρέψαν(ε)ψαρεύτηκεψαρεύτηκαν, ψαρευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω ψαρέψειέχουμε ψαρέψειέχω ψαρευτείέχουμε ψαρευτεί
έχεις ψαρέψειέχετε ψαρέψειέχεις ψαρευτείέχετε ψαρευτεί
έχει ψαρέψειέχουν ψαρέψειέχει ψαρευτείέχουν ψαρευτεί
Plu
per
fect
είχα ψαρέψειείχαμε ψαρέψειείχα ψαρευτείείχαμε ψαρευτεί
είχες ψαρέψειείχατε ψαρέψειείχες ψαρευτείείχατε ψαρευτεί
είχε ψαρέψειείχαν ψαρέψειείχε ψαρευτείείχαν ψαρευτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ψαρεύωθα ψαρεύουμε, θα ψαρεύομεθα ψαρεύομαιθα ψαρευόμαστε
θα ψαρεύειςθα ψαρεύετεθα ψαρεύεσαιθα ψαρεύεστε, θα ψαρευόσαστε
θα ψαρεύειθα ψαρεύουν(ε)θα ψαρεύεταιθα ψαρεύονται
Fut
ur
θα ψαρέψωθα ψαρέψουμε, θα ψαρέψομεθα ψαρευτώθα ψαρευτούμε
θα ψαρέψειςθα ψαρέψετεθα ψαρευτείςθα ψαρευτείτε
θα ψαρέψειθα ψαρέψουν(ε)θα ψαρευτείθα ψαρευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ψαρέψειθα έχουμε ψαρέψειθα έχω ψαρευτείθα έχουμε ψαρευτεί
θα έχεις ψαρέψειθα έχετε ψαρέψειθα έχεις ψαρευτείθα έχετε ψαρευτεί
θα έχει ψαρέψειθα έχουν ψαρέψειθα έχει ψαρευτείθα έχουν ψαρευτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ψαρεύωνα ψαρεύουμενα ψαρεύομαινα ψαρευόμαστε
να ψαρεύειςνα ψαρεύετενα ψαρεύεσαινα ψαρεύεστε, να ψαρευόσαστε
να ψαρεύεινα ψαρεύουννα ψαρεύεταινα ψαρεύονται
Aoristνα ψαρέψωνα ψαρέψουμενα ψαρευτώνα ψαρευτούμε
να ψαρέψειςνα ψαρέψετενα ψαρευτείςνα ψαρευτείτε
να ψαρέψεινα ψαρέψουννα ψαρευτείνα ψαρευτούν(ε)
Perfνα έχω ψαρέψεινα έχουμε ψαρέψεινα έχω ψαρευτείνα έχουμε ψαρευτεί
να έχεις ψαρέψεινα έχετε ψαρέψεινα έχεις ψαρευτείνα έχετε ψαρευτεί
να έχει ψαρέψεινα έχουν ψαρέψεινα έχει ψαρευτείνα έχουν ψαρευτεί
Imper
ativ
Presψάρευεψαρεύετεψαρεύεστε
Aoristψάρεψεψαρέψτε, ψαρεύτεψαρέψουψαρευτείτε
Part
izip
Presψαρεύοντας
Perfέχοντας ψαρέψει
InfinAoristψαρέψειψαρευτεί






Griechische Definition zu ψαρεύω

ψαρεύω [psarévo] -ομαι στη σημ. 1 : 1.χρησιμοποιώντας ειδικά σύνεργα και τεχνάσματα, πιάνω και τραβώ έξω από το νερό ψάρια ή άλλα υδρόβια ζώα· αλιεύω: ψαρεύω στη θάλασσα / στη λίμνη / στο ποτάμι. ψαρεύω με βάρκα / με πυροφάνι. ψαρεύω με καλάμι / με πετονιά / με δίχτυα / με παραγάδι / με καθετή / με ψαροντούφεκο. ψαρεύω ψάρια / μαρίδες / καλαμάρια / γαρίδες / χταπόδια. Tα λυθρίνια ψαρεύονται σε βαθιά νερά με δίχτυα και παραγάδια. || με αγκίστρι ή άλλο όργανο, πιάνω και τραβώ έξω από το νερό οτιδήποτε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ψαρεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15