χειρουργώ  Verb  [chirurgo, chirurro, xeiroyrgw]

Ähnliche Bedeutung wie χειρουργώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χειρουργώ

... Οι γενικοί χειρουργοί εκτελούν μεγάλο φάσμα επεμβάσεων σε διάφορα μέρη του σώματος. Είναι επίσης εκπαιδευμένοι να αναγνωρίζουν προβλήματα που πρέπει να ...

... προέρχεται από την «περιποίηση» ή και «θεραπεία» των πελατών. Οι κουρείς χειρουργοί διατηρούσαν δημόσια λουτρά, όπου και δέχονταν και περιποιούνταν τους πελάτες ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze operieren

... Ich hatte einen Magentumor und musste mich operieren lassen. ...

... Er beschloss, sich operieren zu lassen. ...

... Er hat sich an seinem linken Bein operieren lassen. ...

Quelle: Manfredo, Sudajaengi, Esperantostern

Grammatik


ΧΕΙΡΟΥΡΓΩ
I operate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χειρουργώχειρουργούμεχειρουργούμαιχειρουργούμαστε
χειρουργείςχειρουργείτεχειρουργείσαιχειρουργείστε
χειρουργείχειρουργούν(ε)χειρουργείταιχειρουργούνται
Imper
fekt
χειρουργούσαχειρουργούσαμεχειρουργούμουνχειρουργούμαστε
χειρουργούσεςχειρουργούσατε
χειρουργούσεχειρουργούσαν(ε)χειρουργούνταν, χειρουργείτοχειρουργούνταν, χειρουργούντο
Aoristχειρούργησαχειρουργήσαμεχειρουργήθηκαχειρουργηθήκαμε
χειρούργησεςχειρουργήσατεχειρουργήθηκεςχειρουργηθήκατε
χειρούργησεχειρούργησαν, χειρουργήσαν(ε)χειρουργήθηκεχειρουργήθηκαν, χειρουργηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω χειρουργήσει
έχω χειρουργημένο
έχουμε χειρουργήσει
έχουμε χειρουργημένο
έχω χειρουργηθεί
είμαι χειρουργημένος, -η
έχουμε χειρουργηθεί
είμαστε χειρουργημένοι, -ες
έχεις χειρουργήσει
έχεις χειρουργημένο
έχετε χειρουργήσει
έχετε χειρουργημένο
έχεις χειρουργηθεί
είσαι χειρουργημένος, -η
έχετε χειρουργηθεί
είστε χειρουργημένοι, -ες
έχει χειρουργήσει
έχει χειρουργημένο
έχουν χειρουργήσει
έχουν χειρουργημένο
έχει χειρουργηθεί
είναι χειρουργημένος, -η, -ο
έχουν χειρουργηθεί
είναι χειρουργημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα χειρουργήσει
είχα χειρουργημένο
είχαμε χειρουργήσει
είχαμε χειρουργημένο
είχα χειρουργηθεί
ήμουν χειρουργημένος, -η
είχαμε χειρουργηθεί
ήμαστε χειρουργημένοι, -ες
είχες χειρουργήσει
είχες χειρουργημένο
είχατε χειρουργήσει
είχατε χειρουργημένο
είχες χειρουργηθεί
ήσουν χειρουργημένος, -η
είχατε χειρουργηθεί
ήσαστε χειρουργημένοι, -ες
είχε χειρουργήσει
είχε χειρουργημένο
είχαν χειρουργήσει
είχαν χειρουργημένο
είχε χειρουργηθεί
ήταν χειρουργημένος, -η, -ο
είχαν χειρουργηθεί
ήταν χειρουργημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χειρουργώθα χειρουργούμεθα χειρουργούμαιθα χειρουργούμαστε
θα χειρουργείςθα χειρουργείτεθα χειρουργείσαιθα χειρουργείστε
θα χειρουργείθα χειρουργούν(ε)θα χειρουργείταιθα χειρουργούνται
Fut
ur
θα χειρουργήσωθα χειρουργήσουμεθα χειρουργηθώθα χειρουργηθούμε
θα χειρουργήσειςθα χειρουργήσετεθα χειρουργηθείςθα χειρουργηθείτε
θα χειρουργήσειθα χειρουργήσουν(ε)θα χειρουργηθείθα χειρουργηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χειρουργήσει
θα έχω χειρουργημένο
θα έχουμε χειρουργήσει
θα έχουμε χειρουργημένο
θα έχω χειρουργηθεί
θα είμαι χειρουργημένος, -η
θα έχουμε χειρουργηθεί
θα είμαστε χειρουργημένοι, -ες
θα έχεις χειρουργήσει
θα έχεις χειρουργημένο
θα έχετε χειρουργήσει
θα έχετε χειρουργημένο
θα έχεις χειρουργηθεί
θα είσαι χειρουργημένος, -η
θα έχετε χειρουργηθεί
θα είστε χειρουργημένοι, -η
θα έχει χειρουργήσει
θα έχει χειρουργημένο
θα έχουν χειρουργήσει
θα έχουν χειρουργημένο
θα έχει χειρουργηθεί
θα είναι χειρουργημένος, -η, -ο
θα έχουν χειρουργηθεί
θα είναι χειρουργημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χειρουργώνα χειρουργούμενα χειρουργούμαινα χειρουργούμαστε
να χειρουργείςνα χειρουργείτενα χειρουργείσαινα χειρουργείστε
να χειρουργείνα χειρουργούν(ε)να χειρουργείταινα χειρουργούνται
Aoristνα χειρουργήσωνα χειρουργήσουμε, να χειρουργήσομενα χειρουργηθώνα χειρουργηθούμε
να χειρουργήσειςνα χειρουργήσετενα χειρουργηθείςνα χειρουργηθείτε
να χειρουργήσεινα χειρουργήσουν(ε)να χειρουργηθείνα χειρουργηθούν(ε)
Perfνα έχω χειρουργήσει
να έχω χειρουργημένο
να έχουμε χειρουργήσει
να έχουμε χειρουργημένο
να έχω χειρουργηθεί
να είμαι χειρουργημένος, -η
να έχουμε χειρουργηθεί
να είμαστε χειρουργημένοι, -ες
να έχεις χειρουργήσει
να έχεις χειρουργημένο
να έχετε χειρουργήσει
να έχετε χειρουργημένο
να έχεις χειρουργηθεί
να είσαι χειρουργημένος, -η
να έχετε χειρουργηθεί
να είστε χειρουργημένοι, -ες
να έχει χειρουργήσει
να έχει χειρουργημένο
να έχουν χειρουργήσει
να έχουν χειρουργημένο
να έχει χειρουργηθεί
να είναι χειρουργημένος, -η, -ο
να έχουν χειρουργηθεί
να είναι χειρουργημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχειρουργείτεχειρουργείστε
Aoristχειρούργησεχειρουργήστε, χειρουργήσετεχειρουργήσουχειρουργηθείτε
Part
izip
Presχειρουργώντας
Perfέχοντας χειρουργήσει, έχοντας χειρουργημένοχειρουργημένος, -η, -οχειρουργημένοι, -ες, -α
InfinAoristχειρουργήσειχειρουργηθεί




Griechische Definition zu χειρουργώ

χειρουργώ [xirurγó] -ούμαι : κάνω χειρουργική επέμβαση, κάνω εγχείρηση· εγχειρίζω: Ο γιατρός χειρούργησε τον τραυματία. Θα χειρουργηθεί για να του αφαιρέσουν τη χολή. Ο χειρουργημένος ασθενής και ως ουσ. ο χειρουργημένος.

[λόγ. < αρχ. χειρουργῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χειρουργώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15