φωτογραφίζω  Verb  [fotografizo, fotorrafizo, fwtografizw]

Ähnliche Bedeutung wie φωτογραφίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze φωτογραφίζω

... Το χόμπι μου είναι αυτό, να φωτογραφίζω αγριολούλουδα. ...

Quelle: mululatv


Beispielsätze abfotografieren

... gewählten Bereich abfotografieren“ erzeugt einen weiteren Screenshot vom zuletzt abfotografierten Bereich. „Fenster abfotografieren“ wird verwendet, um ...

... auch direkt über einen angeschlossenen Drucker ausgegeben werden. Das Abfotografieren eines Bildschirms mittels einer Kamera wird ebenfalls darunter verstanden ...

... gespeicherten, geschriebenen Familiendaten von Verstorbenen durch Abfotografieren zu retten. Dies erscheint sinnvoll, da die meisten Grabsteine von Grabstellen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΩ
I photograph
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φωτογραφίζωφωτογραφίζουμε, φωτογραφίζομεφωτογραφίζομαιφωτογραφιζόμαστε
φωτογραφίζειςφωτογραφίζετεφωτογραφίζεσαιφωτογραφίζεστε, φωτογραφιζόσαστε
φωτογραφίζειφωτογραφίζουν(ε)φωτογραφίζεταιφωτογραφίζονται
Imper
fekt
φωτογράφιζαφωτογραφίζαμεφωτογραφιζόμουν(α)φωτογραφιζόμαστε, φωτογραφιζόμασταν
φωτογράφιζεςφωτογραφίζατεφωτογραφιζόσουν(α)φωτογραφιζόσαστε, φωτογραφιζόσασταν
φωτογράφιζεφωτογράφιζαν, φωτογραφίζαν(ε)φωτογραφιζόταν(ε)φωτογραφίζονταν, φωτογραφιζόντανε, φωτογραφιζόντουσαν
Aoristφωτογράφισαφωτογραφίσαμεφωτογραφήθηκαφωτογραφηθήκαμε
φωτογράφισεςφωτογραφίσατεφωτογραφήθηκεςφωτογραφηθήκατε
φωτογράφισεφωτογράφισαν, φωτογραφίσαν(ε)φωτογραφήθηκεφωτογραφήθηκαν, φωτογραφηθήκαν(ε)
Per
fect
έχω φωτογραφίσει
έχω φωτογραφημένο
έχουμε φωτογραφίσει
έχουμε φωτογραφημένο
έχω φωτογραφηθεί
είμαι φωτογραφημένος, -η
έχουμε φωτογραφηθεί
είμαστε φωτογραφημένοι, -ες
έχεις φωτογραφίσει
έχεις φωτογραφημένο
έχετε φωτογραφίσει
έχετε φωτογραφημένο
έχεις φωτογραφηθεί
είσαι φωτογραφημένος, -η
έχετε φωτογραφηθεί
είστε φωτογραφημένοι, -ες
έχει φωτογραφίσει
έχει φωτογραφημένο
έχουν φωτογραφίσει
έχουν φωτογραφημένο
έχει φωτογραφηθεί
είναι φωτογραφημένος, -η, -ο
έχουν φωτογραφηθεί
είναι φωτογραφημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα φωτογραφίσει
είχα φωτογραφημένο
είχαμε φωτογραφίσει
είχαμε φωτογραφημένο
είχα φωτογραφηθεί
ήμουν φωτογραφημένος, -η
είχαμε φωτογραφηθεί
ήμαστε φωτογραφημένοι, -ες
είχες φωτογραφίσει
είχες φωτογραφημένο
είχατε φωτογραφίσει
είχατε φωτογραφημένο
είχες φωτογραφηθεί
ήσουν φωτογραφημένος, -η
είχατε φωτογραφηθεί
ήσαστε φωτογραφημένοι, -ες
είχε φωτογραφίσει
είχε φωτογραφημένο
είχαν φωτογραφίσει
είχαν φωτογραφημένο
είχε φωτογραφηθεί
ήταν φωτογραφημένος, -η, -ο
είχαν φωτογραφηθεί
ήταν φωτογραφημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φωτογραφίζωθα φωτογραφίζουμε, θα φωτογραφίζομεθα φωτογραφίζομαιθα φωτογραφιζόμαστε
θα φωτογραφίζειςθα φωτογραφίζετεθα φωτογραφίζεσαιθα φωτογραφίζεστε, θα φωτογραφιζόσαστε
θα φωτογραφίζειθα φωτογραφίζουν(ε)θα φωτογραφίζεταιθα φωτογραφίζονται
Fut
ur
θα φωτογραφίσωθα φωτογραφίσουμε, θα φωτογραφίζομεθα φωτογραφηθώθα φωτογραφηθούμε
θα φωτογραφίσειςθα φωτογραφίσετεθα φωτογραφηθείςθα φωτογραφηθείτε
θα φωτογραφίσειθα φωτογραφίσουν(ε)θα φωτογραφηθείθα φωτογραφηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φωτογραφίσει
θα έχω φωτογραφημένο
θα έχουμε φωτογραφίσει
θα έχουμε φωτογραφημένο
θα έχω φωτογραφηθεί
θα είμαι φωτογραφημένος, -η
θα έχουμε φωτογραφηθεί
θα είμαστε φωτογραφημένοι, -ες
θα έχεις φωτογραφίσει
θα έχεις φωτογραφημένο
θα έχετε φωτογραφίσει
θα έχετε φωτογραφημένο
θα έχεις φωτογραφηθεί
θα είσαι φωτογραφημένος, -η
θα έχετε φωτογραφηθεί
θα είστε φωτογραφημένοι, -ες
θα έχει φωτογραφίσει
θα έχει φωτογραφημένο
θα έχουν φωτογραφίσει
θα έχουν φωτογραφημένο
θα έχει φωτογραφηθεί
θα είναι φωτογραφημένος, -η, -ο
θα έχουν φωτογραφηθεί
θα είναι φωτογραφημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φωτογραφίζωνα φωτογραφίζουμε, να φωτογραφίζομενα φωτογραφίζομαινα φωτογραφιζόμαστε
να φωτογραφίζειςνα φωτογραφίζετενα φωτογραφίζεσαινα φωτογραφίζεστε, να φωτογραφιζόσαστε
να φωτογραφίζεινα φωτογραφίζουν(ε)να φωτογραφίζεταινα φωτογραφίζονται
Aoristνα φωτογραφίσωνα φωτογραφίσουμε, να φωτογραφίσομενα φωτογραφηθώνα φωτογραφηθούμε
να φωτογραφίσειςνα φωτογραφίσετενα φωτογραφηθείςνα φωτογραφηθείτε
να φωτογραφίσεινα φωτογραφίσουν(ε)να φωτογραφηθείνα φωτογραφηθούν(ε)
Perfνα έχω φωτογραφίσει
να έχω φωτογραφημένο
να έχουμε φωτογραφίσει
να έχουμε φωτογραφημένο
να έχω φωτογραφηθεί
να είμαι φωτογραφημένος, -η
να έχουμε φωτογραφηθεί
να είμαστε φωτογραφημένοι, -ες
να έχεις φωτογραφίσει
να έχεις φωτογραφημένο
να έχετε φωτογραφίσει
να έχετε φωτογραφημένο
να έχεις φωτογραφηθεί
να είσαι φωτογραφημένος, -η
να έχετε φωτογραφηθεί
να είστε φωτογραφημένοι, -ες
να έχει φωτογραφίσει
να έχει φωτογραφημένο
να έχουν φωτογραφίσει
να έχουν φωτογραφημένο
να έχει φωτογραφηθεί
να είναι φωτογραφημένος, -η, -ο
να έχουν φωτογραφηθεί
να είναι φωτογραφημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφωτογράφιζεφωτογραφίζετεφωτογραφίζεστε
Aoristφωτογράφισεφωτογραφίστεφωτογραφήσουφωτογραφηθείτε
Part
izip
Presφωτογραφίζονταςφωτογραφιζόμενος
Perfέχοντας φωτογραφίσει, έχοντας φωτογραφημένοφωτογραφημένος, -η, -οφωτογραφημένοι, -ες, -α
InfinAoristφωτογραφίσειφωτογραφηθεί








Griechische Definition zu φωτογραφίζω

φωτογραφίζω [fotoγrafízo] -ομαι : 1. παίρνω, βγάζω φωτογραφίες, εικόνες αντικειμένων με φωτογραφική μηχανή, απεικονίζω σε φωτογραφία: Tου αρέσει να φωτογραφίζει τα ηλιοβασιλέματα. Επιδιώκει να φωτογραφίζεται δίπλα σε διασημότητες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φωτογραφίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15