φτύνω  Verb  [ftino, ftynw]

Ähnliche Bedeutung wie φτύνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze φτύνω

... κι ήταν από τους πρώτους που έχασε την ζωή της. Όταν ο Λουκιανός φώναξε "Φτύνω τον Θεό των Χριστιανών" εκείνη γύρισε και τον έφτυσε. Οργισμένος, ο Λουκιανός ...

... (θαυματοποιός (αργότερα θα προσπαθήσει να το αλλάξει) που καταπίνει και φτύνει φωτιές) και (μόνο στο τελευταίο τεύχος) τους Σιαμαίους αδερφούς Χατζηπατάτα ...

... του Κομόντο δεν μπορεί να τρέξει γρήγορα, έτσι αυτό που κάνει είναι να φτύνει το δηλητηριώδες σάλιο του κατά μήκος 10 μέτρων προς την πιθανή λεία, συνήθως ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze spucken

... Wenn Sie so fragen, nehme ich wohl zu Recht an, dass Sie sich bereits eine fertige Schlussfolgerung zurechtgelegt haben. Nun spucken Sie die schon aus, statt mich auf die Folter zu spannen, mein lieber Holmes! ...

... Drachen haben Flügel und spucken Feuer. ...

... Das Buch erzählt die Geschichte eines Drachen, der kein Feuer spucken kann. ...

Quelle: al_ex_an_der, moskbnea, pne

Grammatik


ΦΤΥΝΩ
I spit
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φτύνωφτύνουμε, φτύνομεφτύνομαιφτυνόμαστε
φτύνειςφτύνετεφτύνεσαιφτύνεστε, φτυνόσαστε
φτύνειφτύνουν(ε)φτύνεταιφτύνονται
Imper
fekt
έφτυναφτύναμεφτυνόμουν(α)φτυνόμαστε, φτυνόμασταν
έφτυνεςφτύνατεφτυνόσουν(α)φτυνόσαστε, φτυνόσασταν
έφτυνεέφτυναν, φτύναν(ε)φτυνόταν(ε)φτύνονταν, φτυνόντανε, φτυνόντουσαν
Aoristέφτυσαφτύσαμεφτύστηκαφτυστήκαμε
έφτυσεςφτύσατεφτύστηκεςφτυστήκατε
έφτυσεέφτυσαν, φτύσαν(ε)φτύστηκεφτύστηκαν, φτυστήκαν(ε)
Per
fect
έχω φτύσει
έχω φτυσμένο
έχουμε φτύσει
έχουμε φτυσμένο
έχω φτυστεί
είμαι φτυσμένος, -η
έχουμε φτυστεί
είμαστε φτυσμένοι, -ες
έχεις φτύσει
έχεις φτυσμένο
έχετε φτύσει
έχετε φτυσμένο
έχεις φτυστεί
είσαι φτυσμένος, -η
έχετε φτυστεί
είστε φτυσμένοι, -ες
έχει φτύσει
έχει φτυσμένο
έχουν φτύσει
έχουν φτυσμένο
έχει φτυστεί
είναι φτυσμένος, -η, -ο
έχουν φτυστεί
είναι φτυσμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα φτύσει
είχα φτυσμένο
είχαμε φτύσει
είχαμε φτυσμένο
είχα φτυστεί
ήμουν φτυσμένος, -η
είχαμε φτυστεί
ήμαστε φτυσμένοι, -ες
είχες φτύσει
είχες φτυσμένο
είχατε φτύσει
είχατε φτυσμένο
είχες φτυστεί
ήσουν φτυσμένος, -η
είχατε φτυστεί
ήσαστε φτυσμένοι, -ες
είχε φτύσει
είχε φτυσμένο
είχαν φτύσει
είχαν φτυσμένο
είχε φτυστεί
ήταν φτυσμένος, -η, -ο
είχαν φτυστεί
ήταν φτυσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φτύνωθα φτύνουμε, θα φτύνομεθα φτύνομαιθα φτυνόμαστε
θα φτύνειςθα φτύνετεθα φτύνεσαιθα φτύνεστε, θα φτυνόσαστε
θα φτύνειθα φτύνουν(ε)θα φτύνεταιθα φτύνονται
Fut
ur
θα φτύσωθα φτύσουμε, θα φτύσομεθα φτυστώθα φτυστούμε
θα φτύσειςθα φτύσετεθα φτυστείςθα φτυστείτε
θα φτύσειθα φτύσουνθα φτυστείθα φτυστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φτύσει
θα έχω φτυσμένο
θα έχουμε φτύσει
θα έχουμε φτυσμένο
θα έχω φτυστεί
θα είμαι φτυσμένος, -η
θα έχουμε φτυστεί
θα είμαστε φτυσμένοι, -ες
θα έχεις φτύσει
θα έχεις φτυσμένο
θα έχετε φτύσει
θα έχετε φτυσμένο
θα έχεις φτυστεί
θα είσαι φτυσμένος, -η
θα έχετε φτυστεί
θα είστε φτυσμένοι, -ες
θα έχει φτύσει
θα έχει φτυσμένο
θα έχουν φτύσει
θα έχουν φτυσμένο
θα έχει φτυστεί
θα είναι φτυσμένος, -η, -ο
θα έχουν φτυστεί
θα είναι φτυσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φτύνωνα φτύνουμενα φτύνομαινα φτυνόμαστε
να φτύνειςνα φτύνετενα φτύνεσαινα φτύνεστε, να φτυνόσαστε
να φτύνεινα φτύνουννα φτύνεταινα φτύνονται
Aoristνα φτύσωνα φτύσουμενα φτυστώνα φτυστούμε
να φτύσειςνα φτύσετενα φτυστείςνα φτυστείτε
να φτύσεινα φτύσουννα φτυστείνα φτυστούν(ε)
Perfνα έχω φτύσει
να έχω φτυσμένο
να έχουμε φτύσει
να έχουμε φτυσμένο
να έχω φτυστεί
να είμαι φτυσμένος, -η
να έχουμε φτυστεί
να είμαστε φτυσμένοι, -ες
να έχεις φτύσει
να έχεις φτυσμένο
να έχετε φτύσει
να έχετε φτυσμένο
να έχεις φτυστεί
να είσαι φτυσμένος, -η
να έχετε φτυστεί
να είστε φτυσμένοι, -ες
να έχει φτύσει
να έχει φτυσμένο
να έχουν φτύσει
να έχουν φτυσμένο
να έχει φτυστεί
να είναι φτυσμένος, -η, -ο
να έχουν φτυστεί
να είναι φτυσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφτύνεφτύνετεφτύνεστε
Aoristφτύσεφτύσετε, φτύστεφτύσουφτυστείτε
Part
izip
Presφτύνοντας
Perfέχοντας φτύσει
έχοντας φτυσμένο
φτυσμένος, -η, -οφτυσμένοι, -ες, -α
InfinAoristφτύσειφτυστεί





Person Wortform
Präsens ich speie
du speist
er, sie, es speit
Präteritum ich spie
Konjunktiv II ich spie
Imperativ Singular speie!
spei!
Plural speit!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gespien haben
Alle weiteren Formen: Flexion:speien




Griechische Definition zu φτύνω

φτύνω [ftíno] -ομαι Ρ αόρ. έφτυσα, απαρέμφ. φτύσει, παθ. αόρ. φτύστηκα, απαρέμφ. φτυστεί, μππ. φτυσμένος : 1α. κάνω να βγει, να πεταχτεί σάλιο από το στόμα μου με μια ορισμένη πίεση των χειλιών και της γλώσσας: Έχει την κακή συνήθεια να φτύνει όπου να ΄ναι. Tον άκουγα κάθε πρωί να βήχει και να φτύνει. β. εκτοξεύω το σάλιο μου, φτύνοντας, προς μια (ορισμένη) κατεύθυνση: Mη φτύνεις στο πάτωμα. Έφτυσε τις παλάμες του κι έπιασε τον κασμά για να σκάψει. || (προφ. έκφρ.) τα ΄φτυσε: α. (για πρόσ.) κουράστηκε πάρα πολύ. β. (για πργ.) χάλασε ανεπανόρθωτα: H μηχανή του αυτοκινήτου τα ΄φτυσε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φτύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15