φοβάμαι  Verb  [fovame, fobamai]

Ähnliche Bedeutung wie φοβάμαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze φοβάμαι

... Δε φοβάμαι τις αστραπές. ...

... Τομ, φοβάμαι ότι θα βρούμε τον μπελά μας. ...

... Για να σου πω την αλήθεια, φοβάμαι λίγο. ...

Quelle: musiclover, pinkmpnster, katkat


Beispielsätze sich fürchten

... Da gibt es nichts, wovor man sich fürchten muss. ...

... Es gibt nichts, wovor man sich fürchten müsste. ...

Quelle: Esperantostern, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


fovizo">ΦΟΒΑΜΑΙ
I fear
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φοβάμαι, φοβούμαιφοβόμαστε, φοβούμαστε
φοβάσαιφοβάστε, φοβόσαστε
φοβάταιφοβούνται, φοβόνται
Imper
fekt
φοβόμουν(α)φοβόμαστε, φοβούμαστε, φοβόμασταν
φοβόσουν(α)φοβόσαστε, φοβόσασταν
φοβόταν(ε)φοβόνταν(ε), φοβούνταν, φοβόντουσαν
Aoristφοβήθηκαφοβηθήκαμε
φοβήθηκεςφοβηθήκατε
φοβήθηκεφοβήθηκαν, φοβηθήκαν(ε)
Per
fect
έχω φοβηθεί
είμαι φοβισμένος, -η
έχουμε φοβηθεί
είμαστε φοβισμένοι, -ες
έχεις φοβηθεί
είσαι φοβισμένος, -η
έχετε φοβηθεί
είστε φοβισμένοι, -ες
έχει φοβηθεί
είναι φοβισμένος, -η, -ο
έχουν φοβηθεί
είναι φοβισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα φοβηθεί
ήμουν φοβισμένος, -η
είχαμε φοβηθεί
ήμαστε φοβισμένοι, -ες
είχες φοβηθεί
ήσουν φοβισμένος, -η
είχατε φοβηθεί
ήσαστε φοβισμένοι, -ες
είχε φοβηθεί
ήταν φοβισμένος, -η, -ο
είχατε φοβηθεί
ήταν φοβισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φοβάμαι, θα φοβούμαιθα φοβόμαστε, θα φοβούμαστε
θα φοβάσαιθα φοβάστε, θα φοβόσαστε
θα φοβάταιθα φοβούνται, θα φοβόνται
Fut
ur
θα φοβηθώθα φοβηθούμε
θα φοβηθείςθα φοβηθείτε
θα φοβηθείθα φοβηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φοβηθεί
θα είμαι φοβισμένος, -η
θα έχουμε φοβηθεί
θα είμαστε φοβισμένοι, -ες
θα έχεις φοβηθεί
θα είσαι φοβισμένος, -η
θα έχετε φαντάστει
θα είστε φοβισμένοι, -ες
θα έχει φοβηθεί
θα είναι φοβισμένος, -η, -ο
θα έχουν φοβηθεί
θα είναι φοβισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φοβάμαι, να φοβούμαινα φοβόμαστε, να φοβούμαστε
να φοβάσαινα φοβάστε, να φοβόσαστε
να φοβάταινα φοβούνται, να φοβόνται
Aoristνα φοβηθώνα φοβηθούμε
να φοβηθείςνα φοβηθείτε
να φοβηθείνα φοβηθούν(ε)
Perfνα έχω φοβηθεί
να είμαι φοβισμένος, -η
να έχουμε φοβηθεί
να είμαστε φοβισμένοι, -ες
να έχεις φοβηθεί
να είσαι φοβισμένος, -η
να έχετε φοβηθεί
να είστε φοβισμένοι, -ες
να έχει φοβηθεί
να είναι φοβισμένος, -η, -ο
να έχουν φοβηθεί
να είναι φοβισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφοβάστε
Aoristφοβήσουφοβηθείτε
Part
izip
Presφοβούμενος
Perfφοβισμένος, -η, -οφοβισμένοι, -ες, -α
InfinAoristφοβηθεί



Person Wortform
Präsens ich bange
du bangst
er, sie, es bangt
Präteritum ich bangte
Konjunktiv II ich bangte
Imperativ Singular bange!
Plural bangt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gebangt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:bangen




Griechische Definition zu φοβάμαι

φοβάμαι [fováme] & φοβούμαι [fovúme] μππ. φοβισμένος* : 1. αισθάνομαι φόβο απέναντι σε κπ. ή σε κτ., διακατέχομαι από φόβο μήπως μου συμβεί κτ. κακό, ανεπιθύμητο: φοβάμαι το θάνατο / (σ)το σκοτάδι / το αεροπλάνο / τους κεραυνούς / τα γερατειά. φοβάμαι για τη ζωή μου / για την υγεία μου. Δε φοβάται κανέναν / τίποτα. Nομίζεις ότι θα σε φοβηθώ; φοβάμαι να πάω / φύγω μόνος μου. Tον φοβάμαι αυτό τον άνθρωπο, είναι επικίνδυνος. Δε φοβά σαι μήπως / μην πάθεις τίποτα / μήπως / μην αρρωστήσεις; Tον είδα πολύ φοβισμένο κι ανήσυχο. || φοβάμαι (το) Θεό, τον σέβομαι. (έκφρ.) τον φοβήθηκε το μάτι* μου. φοβάται (και) τον ίσκιο* του / τη σκιά του. ΦΡ ποιος είδε το Θεό* και δε φοβήθηκε! φοβάμαι κπ. ή κτ. όπως ο διάβολος το λιβάνι*. ΠAΡ ΦΡ τα σιγανά* ποταμάκια να φοβάσαι. ΠAΡ Φοβάται ο Γιάννης* το θεριό και το θεριό το Γιάννη. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φοβάμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15