τρέφω  Verb  [trefo, trefw]

Ähnliche Bedeutung wie τρέφω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze τρέφω

... να τρέφονται με σάρκες ζώων, όπου περιέχεται. Το γαστρεντερικό σύστημα της γάτας, όπως και τα δόντια της, είναι επίσης προσαρμοσμένο στο να τρέφεται με ...

... είδος πρωτευόντων που τρέφεται κυρίως με γρασίδι. Οι Τάρσιοι είναι το μόνο σωζόμενο αποκλειστικά σαρκοφάγο πρωτεύον, που τρέφεται μόνο με έντομα, μαλακόστρακα ...

... εξαιρετικά δυνατή και ενοχλητική κραυγή του και την αγριότητά του όταν τρώει. Τρέφεται από το κυνήγι αλλά και από θνησιμαία, ενώ παρόλο που είναι εν γένει μοναχικό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze unterhalten

... Die Dame, mit der du dich unterhalten hast, ist meine Schwester. ...

... Ich hoffe, dass du dich auf der Party gut unterhalten hast. ...

... Zwei alte Männer unterhalten sich nach einem Zwangsvortrag zum Thema "Der Weg zur Toleranz und zur Akzeptanz der Vielfalt". "Was bedeutet denn das alles?, fragt einer. "Das einzige, was ich mitbekommen habe, ist etwas über die große Zukunft des Pos." ...

Quelle: sigfrido, Nero, al_ex_an_der

Grammatik


ΤΡΕΦΩ
I feed
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τρέφωτρέφουμε, τρέφομετρέφομαιτρεφόμαστε
τρέφειςτρέφετετρέφεσαιτρέφεστε, τρεφόσαστε
τρέφειτρέφουν(ε)τρέφεταιτρέφονται
Imper
fekt
έτρεφατρέφαμετρεφόμουν(α)τρεφόμαστε, τρεφόμασταν
έτρεφεςτρέφατετρεφόσουν(α)τρεφόσαστε, τρεφόσασταν
έτρεφεέτρεφαν, τρέφαν(ε)τρεφόταν(ε)τρέφονταν, τρεφόντανε, τρεφόντουσαν
Aoristέθρεψαθρέψαμετράφηκα
θράφηκα
τραφήκαμε
θραφήκαμε
έθρεψεςθρέψατετράφηκες
θράφηκες
τραφήκατε
θραφήκατε
έθρεψεέθρεψαν, θρέψαν(ε)τράφηκε
θράφηκε
τράφηκαν, τραφήκαν(ε)
θράφηκαν, θραφήκαν(ε)
Per
fect
έχω θρέψει
έχω θρεμμένο
έχουμε θρέψει
έχουμε θρεμμένο
έχω τραφεί
έχω θραφεί
είμαι θρεμμένος, -η
έχουμε τραφεί
έχουμε θραφεί
είμαστε θρεμμένοι, -ες
έχεις θρέψει
έχεις θρεμμένο
έχετε θρέψει
έχετε θρεμμένο
έχεις τραφεί
έχεις θραφεί
είσαι θρεμμένος, -η
έχετε τραφεί
έχετε θραφεί
είστε θρεμμένοι, -ες
έχει θρέψει
έχει θρεμμένο
έχουν θρέψει
έχουν θρεμμένο
έχει τραφεί
έχει θραφεί
είναι θρεμμένος, -η, -ο
έχουν τραφεί
έχουν θραφεί
είναι θρεμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα θρέψει
είχα θρεμμένο
είχαμε θρέψει
είχαμε θρεμμένο
είχα τραφεί
είχα θραφεί
ήμουν θρεμμένος, -η
είχαμε τραφεί
είχαμε θραφεί
ήμαστε θρεμμένοι, -ες
είχες θρέψει
είχες θρεμμένο
είχατε θρέψει
είχατε θρεμμένο
είχες τραφεί
είχες θραφεί
ήσουν θρεμμένος, -η
είχατε τραφεί
είχατε θραφεί
ήσαστε θρεμμένοι, -ες
είχε θρέψει
είχε θρεμμένο
είχαν θρέψει
είχαν θρεμμένο
είχε τραφεί
είχε θραφεί
ήταν θρεμμένος, -η, -ο
είχαν τραφεί
είχαν θραφεί
ήταν θρεμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τρέφωθα τρέφουμε, θα τρέφομεθα τρέφομαιθα τρεφόμαστε
θα τρέφειςθα τρέφετεθα τρέφεσαιθα τρέφεστε, θα τρεφόσαστε
θα τρέφειθα τρέφουν(ε)θα τρέφεταιθα τρέφονται
Fut
ur
θα θρέψωθα θρέψουμε, θα θρέψομεθα τραφώ
θα θραφώ
θα τραφούμε
θα θραφούμε
θα θρέψειςθα θρέψετεθα τραφείς
θα θραφείς
θα τραφείτε
θα θραφείτε
θα θρέψειθα θρέψουν(ε)θα τραφεί
θα θραφεί
θα τραφούν(ε)
θα θραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θρέψει
θα έχω θρεμμένο
θα έχουμε θρέψει
θα έχουμε θρεμμένο
θα έχω τραφεί
θα έχω θραφεί
θα είμαι θρεμμένος, -η
θα έχουμε τραφεί
θα έχουμε θραφεί
θα είμαστε θρεμμένοι, -ες
θα έχεις θρέψει
θα έχεις θρεμμένο
θα έχετε θρέψει
θα έχετε θρεμμένο
θα έχεις τραφεί
θα έχεις θραφεί
θα είσαι θρεμμένος, -η
θα έχετε τραφεί
θα έχετε θραφεί
θα είστε θρεμμένοι, -ες
θα έχει θρέψει
θα έχει θρεμμένο
θα έχουν θρέψει
θα έχουν θρεμμένο
θα έχει τραφεί
θα έχει θραφεί
θα είναι θρεμμένος, -η, -ο
θα έχουν τραφεί
θα έχουν θραφεί
θα είναι θρεμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τρέφωνα τρέφουμε, να τρέφομενα τρέφομαινα τρεφόμαστε
να τρέφειςνα τρέφετενα τρέφεσαινα τρέφεστε, να τρεφόσαστε
να τρέφεινα τρέφουν(ε)να τρέφεταινα τρέφονται
Aoristνα θρέψωνα θρέψουμε, να θρέψομενα τραφώ
να θραφώ
να τραφούμε
να θραφούμε
να θρέψειςνα θρέψετενα τραφείς
να θραφείς
να τραφείτε
να θραφείτε
να θρέψεινα θρέψουν(ε)να τραφεί
να θραφεί
να τραφούν(ε)
να θραφούν(ε)
Perfνα έχω θρέψει
να έχω θρεμμένο
να έχουμε θρέψει
να έχουμε θρεμμένο
να έχω τραφεί
να έχω θραφεί
να είμαι θρεμμένος, -η
να έχουμε τραφεί
να έχουμε θραφεί
να είμαστε θρεμμένοι, -ες
να έχεις θρέψει
να έχεις θρεμμένο
να έχετε θρέψει
να έχετε θρεμμένο
να έχεις τραφεί
να έχεις θραφεί
να είσαι θρεμμένος, -η
να έχετε τραφεί
να έχετε θραφεί
να είστε θρεμμένοι, -ες
να έχει θρέψει
να έχει θρεμμένο
να έχουν θρέψει
να έχουν θρεμμένο
να έχει τραφεί
να έχει θραφεί
να είναι θρεμμένος, -η, -ο
να έχουν τραφεί
να έχουν θραφεί
να είναι θρεμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτρέφετρέφετετρέφεστε
Aoristθρέψεθρέψτεθρέψουτραφείτε, θραφείτε
Part
izip
Presτρέφονταςτρεφόμενος
Perfέχοντας θρέψει, έχοντας θρεμμένοθρεμμένος, -η, -οθρεμμένοι, -ες, -α
InfinAoristθρέψειτραφεί, θραφεί







Person Wortform
Präsens ich hege
du hegst
er, sie, es hegt
Präteritum ich hegte
Konjunktiv II ich hegte
Imperativ Singular heg!
hege!
Plural hegt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gehegt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:hegen




Griechische Definition zu τρέφω

τρέφω [tréfo] -ομαι Ρ αόρ. έθρεψα, απαρέμφ. θρέψει, παθ. αόρ. τράφηκα, απαρέμφ. τραφεί, μππ. θρεμμένος· (βλ. και θρέφω) : I1. δίνω τροφή σε άνθρωπο ή σε ζώο: τρέφω το πουλάκι με σπόρους. Ο άνθρωπος τρέφεται με ζωικές και φυτικές τροφές, τρώει. Tα άλογα τρέφονται με σανό, τρώνε. || (παθ., για φυτά) παίρνω τα θρεπτικά συστατικά από το έδαφος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τρέφω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15