τηγανίζω  Verb  [tiganizo, tiranizo, thganizw]

Ähnliche Bedeutung wie τηγανίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze τηγανίζω

... έχει σχετικό λήμμα: τηγανιά Τηγανιά ονομάζεται: το φαγητό το οποίο τηγανίζεται (ή η ποσότητα που χωρά στο τηγάνι, αντίστοιχα: πηρουνιά). το χοιρινό ...

... πιασίματος, για να μην βγαίνει ο ατμός από το φαγητό ενώ βράζουμε ή τηγανίζουμε. Επιπλέον, το κλειστό καπάκι μεγαλώνει την πίεση μέσα στην κατσαρόλα ...

... τα οποία κόβονται σε στρόγγυλα κομμάτια και τηγανίζονται σε βούτυρο ή ελαιόλαδο. Οι πιπεριές τηγανίζονται μαζί με τα λουκάνικα ή βράζονται και εν συνεχεία ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΤΗΓΑΝΙΖΩ
I fry
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τηγανίζωτηγανίζουμε, τηγανίζομετηγανίζομαιτηγανιζόμαστε
τηγανίζειςτηγανίζετετηγανίζεσαιτηγανίζεστε, τηγανιζόσαστε
τηγανίζειτηγανίζουν(ε)τηγανίζεταιτηγανίζονται
Imper
fekt
τηγάνιζατηγανίζαμετηγανιζόμουν(α)τηγανιζόμαστε, τηγανιζόμασταν
τηγάνιζεςτηγανίζατετηγανιζόσουν(α)τηγανιζόσαστε, τηγανιζόσασταν
τηγάνιζετηγάνιζαν, τηγανίζαν(ε)τηγανιζόταν(ε)τηγανίζονταν, τηγανιζόντανε, τηγανιζόντουσαν
Aoristτηγάνισατηγανίσαμετηγανίστηκατηγανιστήκαμε
τηγάνισεςτηγανίσατετηγανίστηκεςτηγανιστήκατε
τηγάνισετηγάνισαν, τηγανίσαν(ε)τηγανίστηκετηγανίστηκαν, τηγανιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω τηγανίσει
έχω τηγανισμένο
έχουμε τηγανίσει
έχουμε τηγανισμένο
έχω τηγανιστεί
είμαι τηγανισμένος, -η
έχουμε τηγανιστεί
είμαστε τηγανισμένοι, -ες
έχεις τηγανίσει
έχεις τηγανισμένο
έχετε τηγανίσει
έχετε τηγανισμένο
έχεις τηγανιστεί
είσαι τηγανισμένος, -η
έχετε τηγανιστεί
είστε τηγανισμένοι, -ες
έχει τηγανίσει
έχει τηγανισμένο
έχουν τηγανίσει
έχουν τηγανισμένο
έχει τηγανιστεί
είναι τηγανισμένος, -η, -ο
έχουν τηγανιστεί
είναι τηγανισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα τηγανίσει
είχα τηγανισμένο
είχαμε τηγανίσει
είχαμε τηγανισμένο
είχα τηγανιστεί
ήμουν τηγανισμένος, -η
είχαμε τηγανιστεί
ήμαστε τηγανισμένοι, -ες
είχες τηγανίσει
είχες τηγανισμένο
είχατε τηγανίσει
είχατε τηγανισμένο
είχες τηγανιστεί
ήσουν τηγανισμένος, -η
είχατε τηγανιστεί
ήσαστε τηγανισμένοι, -ες
είχε τηγανίσει
είχε τηγανισμένο
είχαν τηγανίσει
είχαν τηγανισμένο
είχε τηγανιστεί
ήταν τηγανισμένος, -η, -ο
είχαν τηγανιστεί
ήταν τηγανισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τηγανίζωθα τηγανίζουμε, θα τηγανίζομεθα τηγανίζομαιθα τηγανιζόμαστε
θα τηγανίζειςθα τηγανίζετεθα τηγανίζεσαιθα τηγανίζεστε, θα τηγανιζόσαστε
θα τηγανίζειθα τηγανίζουν(ε)θα τηγανίζεταιθα τηγανίζονται
Fut
ur
θα τηγανίσωθα τηγανίσουμε, θα τηγανίζομεθα τηγανιστώθα τηγανιστούμε
θα τηγανίσειςθα τηγανίσετεθα τηγανιστείςθα τηγανιστείτε
θα τηγανίσειθα τηγανίσουν(ε)θα τηγανιστείθα τηγανιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τηγανίσει
θα έχω τηγανισμένο
θα έχουμε τηγανίσει
θα έχουμε τηγανισμένο
θα έχω τηγανιστεί
θα είμαι τηγανισμένος, -η
θα έχουμε τηγανιστεί
θα είμαστε τηγανισμένοι, -ες
θα έχεις τηγανίσει
θα έχεις τηγανισμένο
θα έχετε τηγανίσει
θα έχετε τηγανισμένο
θα έχεις τηγανιστεί
θα είσαι τηγανισμένος, -η
θα έχετε τηγανιστεί
θα είστε τηγανισμένοι, -ες
θα έχει τηγανίσει
θα έχει τηγανισμένο
θα έχουν τηγανίσει
θα έχουν τηγανισμένο
θα έχει τηγανιστεί
θα είναι τηγανισμένος, -η, -ο
θα έχουν τηγανιστεί
θα είναι τηγανισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τηγανίζωνα τηγανίζουμε, να τηγανίζομενα τηγανίζομαινα τηγανιζόμαστε
να τηγανίζειςνα τηγανίζετενα τηγανίζεσαινα τηγανίζεστε, να τηγανιζόσαστε
να τηγανίζεινα τηγανίζουν(ε)να τηγανίζεταινα τηγανίζονται
Aoristνα τηγανίσωνα τηγανίσουμε, να τηγανίσομενα τηγανιστώνα τηγανιστούμε
να τηγανίσειςνα τηγανίσετενα τηγανιστείςνα τηγανιστείτε
να τηγανίσεινα τηγανίσουν(ε)να τηγανιστείνα τηγανιστούν(ε)
Perfνα έχω τηγανίσει
να έχω τηγανισμένο
να έχουμε τηγανίσει
να έχουμε τηγανισμένο
να έχω τηγανιστεί
να είμαι τηγανισμένος, -η
να έχουμε τηγανιστεί
να είμαστε τηγανισμένοι, -ες
να έχεις τηγανίσει
να έχεις τηγανισμένο
να έχετε τηγανίσει
να έχετε τηγανισμένο
να έχεις τηγανιστεί
να είσαι τηγανισμένος, -η
να έχετε τηγανιστεί
να είστε τηγανισμένοι, -ες
να έχει τηγανίσει
να έχει τηγανισμένο
να έχουν τηγανίσει
να έχουν τηγανισμένο
να έχει τηγανιστεί
να είναι τηγανισμένος, -η, -ο
να έχουν τηγανιστεί
να είναι τηγανισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτηγάνιζετηγανίζετετηγανίζεστε
Aoristτηγάνισετηγανίστετηγανίσουτηγανιστείτε
Part
izip
Presτηγανίζονταςτηγανιζόμενος
Perfέχοντας τηγανίσει, έχοντας τηγανισμένοτηγανισμένος, -η, -οτηγανισμένοι, -ες, -α
InfinAoristτηγανίσειτηγανιστεί








Griechische Definition zu τηγανίζω

τηγανίζω [tiγanízo] -ομαι : ψήνω κτ. σε τηγάνι με λάδι ή με βούτυρο: τηγανίζω κεφτέδες / κολοκυθάκια. Tα ψάρια δεν είναι καλά τηγανισμένα, είναι ατηγάνιστα.

[ελνστ. τηγανίζω (αρχ. ταγηνίζω)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τηγανίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15