σύρω  Verb  [siro, syrw]

Ähnliche Bedeutung wie σύρω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ziehen

... Zweiundfünfzig Prozent der britischen Frauen ziehen Schokolade dem Sex vor. ...

... Einige junge Japaner ziehen das Singledasein der Heirat vor. ...

... Sie ziehen sich gegenseitig an. ...

Quelle: MUIRIEL, lilygilder, MUIRIEL

Grammatik


ΣΥΡΩ
I pull
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σύρω, serno">σέρνωσύρουμε, σύρομεσύρομαισυρόμαστε
σύρειςσύρετεσύρεσαισύρεστε, συρόσαστε
σύρεισύρουν(ε)σύρεταισύρονται
Imper
fekt
έσυρασύραμεσυρόμουν(α)συρόμαστε, συρόμασταν
έσυρεςσύρατεσυρόσουν(α)συρόσαστε, συρόσασταν
έσυρεέσυραν, σύραν(ε)συρόταν(ε)σύρονταν, συρόντανε, συρόντουσαν
Aoristέσυρασύραμεσύρθηκασυρθήκαμε
έσυρεςσύρατεσύρθηκεςσυρθήκατε
έσυρεέσυραν, σύραν(ε)σύρθηκεσύρθηκαν, συρθήκαν(ε)
Per
fect
έχω σύρειέχουμε σύρειέχω συρθείέχουμε συρθεί
έχεις σύρειέχετε σύρειέχεις συρθείέχετε συρθεί
έχει σύρειέχουν σύρειέχει συρθείέχουν συρθεί
Plu
per
fect
είχα σύρειείχαμε σύρειείχα συρθείείχαμε συρθεί
είχες σύρειείχατε σύρειείχες συρθείείχατε συρθεί
είχε σύρειείχαν σύρειείχε συρθείείχαν συρθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σύρωθα σύρουμε, θα σύρομεθα σύρομαιθα συρόμαστε
θα σύρειςθα σύρετεθα σύρεσαιθα σύρεστε, θα συρόσαστε
θα σύρειθα σύρουν(ε)θα σύρεταιθα σύρονται
Fut
ur
θα σύρωθα σύρουμε, θα σύρομεθα συρθώθα συρθούμε
θα σύρειςθα σύρετεθα συρθείςθα συρθείτε
θα σύρειθα σύρουν(ε)θα συρθείθα συρθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σύρειθα έχουμε σύρειθα έχω συρθείθα έχουμε συρθεί
θα έχεις σύρειθα έχετε σύρειθα έχεις συρθείθα έχετε συρθεί
θα έχει σύρειθα έχουν σύρειθα έχει συρθείθα έχουν συρθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σύρωνα σύρουμε, να σύρομενα σύρομαινα συρόμαστε
να σύρειςνα σύρετενα σύρεσαινα σύρεστε, να συρόσαστε
να σύρεινα σύρουν(ε)να σύρεταινα σύρονται
Aoristνα σύρωνα σύρουμε, να σύρομενα συρθώνα συρθούμε
να σύρειςνα σύρετενα συρθείςνα συρθείτε
να σύρεινα σύρουν(ε)να συρθείνα συρθούν(ε)
Perfνα έχω σύρεινα έχουμε σύρεινα έχω συρθείνα έχουμε συρθεί
να έχεις σύρεινα έχετε σύρεινα έχεις συρθείνα έχετε συρθεί
να έχει σύρεινα έχουν σύρεινα έχει συρθείνα έχουν συρθεί
Imper
ativ
Presσύρεσύρετεσύρεστε
Aoristσύρεσύρτε, σύρετεσύρουσυρθείτε
Part
izip
Presσύρονταςσυρόμενος
Perfέχοντας σύρεισυρμένος, -η, -οσυρμένοι, -ες, -α
InfinAoristσύρεισυρθεί



Person Wortform
Präsens ich ziehe
du ziehst
er, sie, es zieht
Präteritum ich zog
Konjunktiv II ich zöge
Imperativ Singular ziehe!
zieh!
Plural zieht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gezogen haben, sein
Alle weiteren Formen: Flexion:ziehen


Griechische Definition zu σύρω

σύρω [síro] -ομαι Ρ αόρ. έσυρα, απαρέμφ. σύρει, παθ. αόρ. σύρθηκα, απαρέμφ. συρθεί, μπε. συρόμενος* : (λόγ.) 1α. σέρνω (στις σημ. I1, 2). || σύρω μια γραμμή, τραβώ. β. για συρόμενη κατασκευή που μετακινείται επάνω σε ράγες, ρουλεμάν κτλ. || «Σύρατε», επιγραφή σε εισόδους που ειδοποιεί για το πώς ανοίγει η πόρτα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σύρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15