σωπαίνω  Verb  [sopeno, swpainw]

Ähnliche Bedeutung wie σωπαίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σωπαίνω

... των αριστοκρατών. Το τίμημα βαρύ, λοιδωρείται, ξυλοφορτώνεται αλλά δεν σωπαίνει,αντιμιλά στον Αγαμέμνονα, αλλά αποκαλύπτει τα κίνητρα των ευγενών πολεμιστών ...

... μονολεκτικά, ή με αποσπάσματα από την εφημερίδα. Προσπαθεί να τραγουδήσει, αλλά σωπαίνει. Η Γουίνη πιστεύει ότι ο σύντροφός της πέθανε, ή μουγκάθηκε, μέχρι που ...

... εξαφανίσει ολότελα από την περιοχή, που μου ανήκει, έτσι ώστε, αν συνεχίζω να σωπαίνω, δεν θα αργήσω να σταματήσω να συγκαταλέγομαι στο αλφάβητο και δεν θα είμαι ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verstummen

... Schönheit ist eines der seltenen Wunder, die unsere Zweifel an Gott verstummen lassen. ...

... Als die kriegerischen Ereignisse jenes blutigen Jahres die Muse des Gesangs verstummen ließ, legte er die Musik beiseite, griff zum Stift und verdiente sich sein Brot mit Karikaturen gegen Napoleon, die von den Leuten begierig gekauft wurden. ...

Quelle: Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik



ΣΩΠΑΙΝΩ
I am silent
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σωπαίνωσωπαίνουμε, σωπαίνομε
σωπαίνειςσωπαίνετε
σωπαίνεισωπαίνουν(ε)
Imper
fekt
σώπαινασωπαίναμε
σώπαινεςσωπαίνατε
σώπαινεσώπαιναν, σωπαίναν(ε)
Aoristσώπασασωπάσαμε
σώπασεςσωπάσατε
σώπασεσώπασαν, σωπάσαν(ε)
Per
fect
έχω σωπάσειέχουμε σωπάσει
έχεις σωπάσειέχετε σωπάσει
έχει σωπάσειέχουν σωπάσει
Plu
per
fect
είχα σωπάσειείχαμε σωπάσει
είχες σωπάσειείχατε σωπάσει
είχε σωπάσειείχαν σωπάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σωπαίνωθα σωπαίνουμε, θα σωπαίνομε
θα σωπαίνειςθα σωπαίνετε
θα σωπαίνειθα σωπαίνουν(ε)
Fut
ur
θα σωπάσωθα σωπάσουμε, θα σωπάσομε
θα σωπάσειςθα σωπάσετε
θα σωπάσειθα σωπάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σωπάσειθα έχουμε σωπάσει
θα έχεις σωπάσειθα έχετε σωπάσει
θα έχει σωπάσειθα έχουν σωπάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σωπαίνωνα σωπαίνουμε, να σωπαίνομε
να σωπαίνειςνα σωπαίνετε
να σωπαίνεινα σωπαίνουν(ε)
Aoristνα σωπάσωνα σωπάσουμε, να σωπάσομε
να σωπάσειςνα σωπάσετε
να σωπάσεινα σωπάσουν(ε)
Perfνα έχω σωπάσεινα έχουμε σωπάσει
να έχεις σωπάσεινα έχετε σωπάσει
να έχει σωπάσεινα έχουν σωπάσει
Imper
ativ
Presσώπαινεσωπαίνετε
Aoristσώπασε, σώπασωπάστε
Part
izip
Presσωπαίνοντας
Perfέχοντας σωπάσει
InfinAoristσωπάσει




Griechische Definition zu σωπαίνω

σωπαίνω [sopéno] Ρ αόρ. σώπασα, απαρέμφ. σωπάσει : 1.σταματώ να μιλώ ή να βγάζω οποιονδήποτε ήχο από το στόμα μου, π.χ. κλάμα, βογκητό, γέλιο κτλ.: Mόλις μπήκε ο δάσκαλος στην τάξη σώπασαν όλα τα παιδιά. Σωπάστε για ν΄ ακούσουμε. Σώπα, μην κλαις. Προσπαθώ τόσην ώρα να τον κάνω να σωπάσει. || (προφ.) σώπα!: α. (ειρ.) [sóopa], για να δηλώσουμε μεγάλη δυσπιστία: Σώπα, τι μας λες! β. για να καθησυχάσουμε κπ. και να τον διαβεβαιώσουμε ότι θα βρεθεί κάποια λύση σε μια δύσκολη κατάσταση: Σώπα, μη στενοχωριέσαι, θα σε βοηθήσω εγώ. (επιφ. έκφρ.) σώπα / σωπάτε και…, ύστερα από πολλές προσπάθειες ή πολύ χρόνο πετύχαμε κτ.: Σώπα και τα καταφέραμε! Σώπα και την πήραμε την αύξηση! [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σωπαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15