σφυρίζω  Verb  [sfirizo, sfyrizw]

Ähnliche Bedeutung wie σφυρίζω


Beispielsätze σφυρίζω

... και μη σε νοιάζει», «Αδυναμία μου»,«Ένας φίλος ήρθε από τα παλιά», «Σου σφυρίζω», «Όμορφη που ήτανε η παλιοπαρέα μας», «Έχω απόψε ραντεβού», «Καλωσόρισες ...

... αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο και να στραφεί στην διαιτησία σφυρίζοντας τα παιχνίδια του τοπικού πρωταθλήματος Κέρκυρας. Τη σεζόν 2000-2001 ο ...

... είναι το γεγονός πως τα πλοία που έρχονται ή φεύγουν από τη Σύρο δεν σφυρίζουν κατά την είσοδο ή έξοδό τους στο λιμάνι της Ερμούπολης, αλλά όταν περνούν ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΦΥΡΙΖΩ
I whistle
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σφυρίζω, sfurao">σφυράωσφυρίζουμε, σφυρίζομεσφυρίζομαισφυριζόμαστε
σφυρίζειςσφυρίζετεσφυρίζεσαισφυρίζεστε, σφυριζόσαστε
σφυρίζεισφυρίζουν(ε)σφυρίζεταισφυρίζονται
Imper
fekt
σφύριζασφυρίζαμεσφυριζόμουν(α)σφυριζόμαστε, σφυριζόμασταν
σφύριζεςσφυρίζατεσφυριζόσουν(α)σφυριζόσαστε, σφυριζόσασταν
σφύριζεσφύριζαν, σφυρίζαν(ε)σφυριζόταν(ε)σφυρίζονταν, σφυριζόντανε, σφυριζόντουσαν
Aoristσφύριξασφυρίξαμεσφυρίχτηκασφυριχτήκαμε
σφύριξεςσφυρίξατεσφυρίχτηκεςσφυριχτήκατε
σφύριξεσφύριξαν, σφυρίξαν(ε)σφυρίχτηκεσφυρίχτηκαν, σφυριχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω σφυρίξειέχουμε σφυρίξειέχω σφυριχτείέχουμε σφυριχτεί
έχεις σφυρίξειέχετε σφυρίξειέχεις σφυριχτείέχετε σφυριχτεί
έχει σφυρίξειέχουν σφυρίξειέχει σφυριχτείέχουν σφυριχτεί
Plu
per
fect
είχα σφυρίξειείχαμε σφυρίξειείχα σφυριχτείείχαμε σφυριχτεί
είχες σφυρίξειείχατε σφυρίξειείχες σφυριχτείείχατε σφυριχτεί
είχε σφυρίξειείχαν σφυρίξειείχε σφυριχτείείχαν σφυριχτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σφυρίζωθα σφυρίζουμε, θα σφυρίζομεθα σφυρίζομαιθα σφυριζόμαστε
θα σφυρίζειςθα σφυρίζετεθα σφυρίζεσαιθα σφυρίζεστε, θα σφυριζόσαστε
θα σφυρίζειθα σφυρίζουν(ε)θα σφυρίζεταιθα σφυρίζονται
Fut
ur
θα σφυρίξωθα σφυρίξουμε, θα σφυρίξομεθα σφυριχτώθα σφυριχτούμε
θα σφυρίξειςθα σφυρίξετεθα σφυριχτείςθα σφυριχτείτε
θα σφυρίξειθα σφυρίξουν(ε)θα σφυριχτείθα σφυριχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σφυρίξειθα έχουμε σφυρίξειθα έχω σφυριχτείθα έχουμε σφυριχτεί
θα έχεις σφυρίξειθα έχετε σφυρίξειθα έχεις σφυριχτείθα έχετε σφυριχτεί
θα έχει σφυρίξειθα έχουν σφυρίξειθα έχει σφυριχτείθα έχουν σφυριχτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σφυρίζωνα σφυρίζουμε, να σφυρίζομενα σφυρίζομαινα σφυριζόμαστε
να σφυρίζειςνα σφυρίζετενα σφυρίζεσαινα σφυρίζεστε, να σφυριζόσαστε
να σφυρίζεινα σφυρίζουν(ε)να σφυρίζεταινα σφυρίζονται
Aoristνα σφυρίξωνα σφυρίξουμε, να σφυρίξομενα σφυριχτώνα σφυριχτούμε
να σφυρίξειςνα σφυρίξετενα σφυριχτείςνα σφυριχτείτε
να σφυρίξεινα σφυρίξουν(ε)να σφυριχτείνα σφυριχτούν(ε)
Perfνα έχω σφυρίξεινα έχουμε σφυρίξεινα έχω σφυριχτείνα έχουμε σφυριχτεί
να έχεις σφυρίξεινα έχετε σφυρίξεινα έχεις σφυριχτείνα έχετε σφυριχτεί
να έχει σφυρίξεινα έχουν σφυρίξεινα έχει σφυριχτείνα έχουν σφυριχτεί
Imper
ativ
Presσφύριζεσφυρίζετεσφυρίζεστε
Aoristσφύριξεσφυρίξτε, σφυρίχτεσφυρίξουσφυριχτείτε
Part
izip
Presσφυρίζοντας
Perfέχοντας σφυρίξει
InfinAoristσφυρίξεισφυριχτεί










Griechische Definition zu σφυρίζω

σφυρίζω [sfirízo] -ομαι : I.παράγω έναν οξύ, καθαρό και συνήθ. παρατεταμένο ήχο. 1. (για πρόσ.) παράγω ήχο εισπνέοντας και εκπνέοντας τον αέρα μέσα από την πολύ στενή σχισμή που σχηματίζουν τα σφιγμένα χείλη ή χρησιμοποιώντας ένα ηχητικό όργανο, κυρίως σφυρίχτρα: α. για να αποδώσω μια μελωδία: Περπατούσε σφυρίζοντας ένα χαρούμενο τραγούδι. β. για να καλέσω κπ. ή για να προειδοποιήσω για κτ.: Ο γυμναστής σφύριξε για να μπούμε στη σειρά. Ο διαιτητής σφύριξε πέναλτι. γ. ως έκφραση αποδοκιμασίας (ή επιδοκιμασίας σε ορισμένες χώρες): Tον σφύριξαν στην τελευταία του ομιλία / παράσταση. Tο έργο σφυρίχτηκε από τους θεατές. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σφυρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15