συσκευάζω  Verb  [siskevazo, syskeyazw]

Ähnliche Bedeutung wie συσκευάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συσκευάζω

... σύνδεση DNA και πρωτεϊνών που βρίσκονται στον ευκαρυωτικό πυρήνα και συσκευάζει τα χρωμοσώματα σε πακέτα. Η δομή της χρωματίνης ποικίλλει σημαντικά μεταξύ ...

... ιδιαίτερα ροδακινιών. Ο Αργοτικός Συνεταιρισμός Καλής συγκεντρώνει, συντηρεί, συσκευάζει και διακινεί μεγάλο μέρος της αγροτικής παραγωγής ροδακίνων της τοπικής ...

... Η Foxconn (ιιν: 鴻海科技集團) είναι όμιλος όπου κατασκευάζει και συσκευάζει διάφορα ηλεκτρονικά είδη και εδρεύει στο νησί της Ταϊβάν από το 1974. Ο υπεύθυνος ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΥΣΚΕΥΑΖΩ
I package
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συσκευάζωσυσκευάζουμε, συσκευάζομεσυσκευάζομαισυσκευαζόμαστε
συσκευάζειςσυσκευάζετεσυσκευάζεσαισυσκευάζεστε, συσκευαζόσαστε
συσκευάζεισυσκευάζουν(ε)συσκευάζεταισυσκευάζονται
Imper
fekt
συσκεύαζασυσκευάζαμεσυσκευαζόμουν(α)συσκευαζόμαστε, συσκευαζόμασταν
συσκεύαζεςσυσκευάζατεσυσκευαζόσουν(α)συσκευαζόσαστε, συσκευαζόσασταν
συσκεύαζεσυσκεύαζαν, συσκευάζαν(ε)συσκευαζόταν(ε)συσκευάζονταν, συσκευαζόντανε, συσκευαζόντουσαν
Aoristσυσκεύασασυσκευάσαμεσυσκευάστηκασυσκευαστήκαμε
συσκεύασεςσυσκευάσατεσυσκευάστηκεςσυσκευαστήκατε
συσκεύασεσυσκεύασαν, συσκευάσαν(ε)συσκευάστηκεσυσκευάστηκαν, συσκευαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω συσκευάσει
έχω συσκευασμένο
έχουμε συσκευάσει
έχουμε συσκευασμένο
έχω συσκευαστεί
είμαι συσκευασμένος, -η
έχουμε συσκευαστεί
είμαστε συσκευασμένοι, -ες
έχεις συσκευάσει
έχεις συσκευασμένο
έχετε συσκευάσει
έχετε συσκευασμένο
έχεις συσκευαστεί
είσαι συσκευασμένος, -η
έχετε συσκευαστεί
είστε συσκευασμένοι, -ες
έχει συσκευάσει
έχει συσκευασμένο
έχουν συσκευάσει
έχουν συσκευασμένο
έχει συσκευαστεί
είναι συσκευασμένος, -η, -ο
έχουν συσκευαστεί
είναι συσκευασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα συσκευάσει
είχα συσκευασμένο
είχαμε συσκευάσει
είχαμε συσκευσμένο
είχα συσκευαστεί
ήμουν συσκευασμένος, -η
είχαμε συσκευαστεί
ήμαστε συσκευασμένοι, -ες
είχες συσκευάσει
είχες συσκευασμένο
είχατε συσκευάσει
είχατε συσκευασμένο
είχες συσκευαστεί
ήσουν συσκευασμένος, -η
είχατε συσκευαστεί
ήσαστε συσκευασμένοι, -ες
είχε συσκευάσει
είχε συσκευασμένο
είχαν συσκευάσει
είχαν συσκευασμένο
είχε συσκευαστεί
ήταν συσκευασμένος, -η, -ο
είχαν συσκευαστεί
ήταν συσκευασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συσκευάζωθα συσκευάζουμε, θα συσκευάζομεθα συσκευάζομαιθα συσκευαζόμαστε
θα συσκευάζειςθα συσκευάζετεθα συσκευάζεσαιθα συσκευάζεστε, θα συσκευαζόσαστε
θα συσκευάζειθα συσκευάζουν(ε)θα συσκευάζεταιθα συσκευάζονται
Fut
ur
θα συσκευάσωθα συσκευάσουμε, θα συσκευάζομεθα συσκευαστώθα συσκευαστούμε
θα συσκευάσειςθα συσκευάσετεθα συσκευαστείςθα συσκευαστείτε
θα συσκευάσειθα συσκευάσουν(ε)θα συσκευαστείθα συσκευαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συσκευάσει
θα έχω συσκευασμένο
θα έχουμε συσκευάσει
θα έχουμε συσκευασμένο
θα έχω συσκευαστεί
θα είμαι συσκευασμένος, -η
θα έχουμε συσκευαστεί
θα είμαστε συσκευασμένοι, -ες
θα έχεις συσκευάσει
θα έχεις συσκευασμένο
θα έχετε συσκευάσει
θα έχετε συσκευασμένο
θα έχεις συσκευαστεί
θα είσαι συσκευασμένος, -η
θα έχετε συσκευάστει
θα είστε συσκευασμένοι, -ες
θα έχει συσκευάσει
θα έχει συσκευασμένο
θα έχουν συσκευάσει
θα έχουν συσκευασμένο
θα έχει συσκευαστεί
θα είναι συσκευασμένος, -η, -ο
θα έχουν συσκευαστεί
θα είναι συσκευασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συσκευάζωνα συσκευάζουμε, να συσκευάζομενα συσκευάζομαινα συσκευαζόμαστε
να συσκευάζειςνα συσκευάζετενα συσκευάζεσαινα συσκευάζεστε, να συσκευαζόσαστε
να συσκευάζεινα συσκευάζουν(ε)να συσκευάζεταινα συσκευάζονται
Aoristνα συσκευάσωνα συσκευάσουμε, να συσκευάσομενα συσκευαστώνα συσκευαστούμε
να συσκευάσειςνα συσκευάσετενα συσκευαστείςνα συσκευαστείτε
να συσκευάσεινα συσκευάσουν(ε)να συσκευαστείνα συσκευαστούν(ε)
Perfνα έχω συσκευάσει
να έχω συσκευασμένο
να έχουμε συσκευάσει
να έχουμε συσκευασμένο
να έχω συσκευαστεί
να είμαι συσκευασμένος, -η
να έχουμε συσκευαστεί
να είμαστε συσκευασμένοι, -ες
να έχεις συσκευάσει
να έχεις συσκευασμένο
να έχετε συσκευάσει
να έχετε συσκευασμένο
να έχεις συσκευαστεί
να είσαι συσκευασμένος, -η
να έχετε συσκευαστεί
να είστε συσκευασμένοι, -ες
να έχει συσκευάσει
να έχει συσκευασμένο
να έχουν συσκευάσει
να έχουν συσκευασμένο
να έχει συσκευαστεί
να είναι συσκευασμένος, -η, -ο
να έχουν συσκευαστεί
να είναι συσκευασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυσκεύαζεσυσκευάζετεσυσκευάζεστε
Aoristσυσκεύασεσυσκευάστεσυσκευάσουσυσκευαστείτε
Part
izip
Presσυσκευάζονταςσυσκευαζόμενος
Perfέχοντας συσκευάσει, έχοντας συσκευασμένοσυσκευασμένος, -η, -οσυσκευασμένοι, -ες, -α
InfinAoristσυσκευάσεισυσκευαστεί




Griechische Definition zu συσκευάζω

συσκευάζω [siskevázo] -ομαι : τοποθετώ κτ. μέσα σε κιβώτιο ή σε κου τί, ή το τυλίγω με χαρτί ή με άλλο σχετικό υλικό, ώστε να μπορεί να μετα φερθεί με ασφάλεια· αμπαλάρω: συσκευάζω τα γυαλικά σε ξύλινα κιβώτια. Bιβλία συσκευασμένα σε χαρτοκιβώτια. || τοποθετώ σε κατάλληλο περίβλημα ένα προϊόν που κυκλοφορεί στην αγορά, για την ασφαλέστερη διακίνησή του και για την καλύτερη διατήρησή του: Φάρμακα / γαλακτοκομικά προϊόντα που παρασκευάζονται στο εξωτερικό, συσκευάζονται όμως στην Ελλάδα.

[λόγ. < αρχ. συσκευάζω `ετοιμάζω τις αποσκευές΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συσκευάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15