συντρίβω Verb  [sintrivo, syntribw]

  Verb
(0)

Etymologie zu συντρίβω

συντρίβω altgriechisch συντρίβω συν- + τρίβω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
zerschmettern
kaputtschlagen

Grammatik

Grammatik zu συντρίβω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συντρίβωσυντρίβουμε, συντρίβομεσυντρίβομαισυντριβόμαστε
συντρίβειςσυντρίβετεσυντρίβεσαισυντρίβεστε, συντριβόσαστε
συντρίβεισυντρίβουν(ε)συντρίβεταισυντρίβονται
Imper
fekt
συνέτριβασυντρίβαμεσυντριβόμουν(α)συντριβόμαστε, συντριβόμασταν
συνέτριβεςσυντρίβατεσυντριβόσουν(α)συντριβόσαστε, συντριβόσασταν
συνέτριβεσυνέτριβαν, συντρίβαν(ε)συντριβόταν(ε), συντρίβοντανσυντρίβονταν, συντριβόντανε, συντριβόντουσαν
Aoristσυνέτριψασυντρίψαμεσυντρίφτηκασυντριφτήκαμε
συνέτριψεςσυντρίψατεσυντρίφτηκεςσυντριφτήκατε
συνέτριψεσυνέτριψαν, συντρίψαν(ε)συντρίφτηκε, συνετρίβησυντρίφτηκαν, συντριφτήκαν(ε), συνετρίβησαν
Per
fekt
έχω συντρίψειέχουμε συντρίψειέχω συντριφτεί
έχω συντριβεί
έχουμε συντριφτεί
έχουμε συντριβεί
έχεις συντρίψειέχετε συντρίψειέχεις συντριφτεί
έχεις συντριβεί
έχετε συντριφτεί
έχετε συντριβεί
έχει συντρίψειέχουν συντρίψειέχει συντριφτεί
έχει συντριβεί
έχουν συντριφτεί
έχουν συντριβεί
Plu
per
fekt
είχα συντρίψειείχαμε συντρίψειείχα συντριφτεί
είχα συντριβεί
είχαμε συντριφτεί
είχαμε συντριβεί
είχες συντρίψειείχατε συντρίψειείχες συντριφτεί
είχες συντριβεί
είχατε συντριφτεί
είχατε συντριβεί
είχε συντρίψειείχαν συντρίψειείχε συντριφτεί
είχε συντριβεί
είχαν συντριφτεί
είχαν συντριβεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συντρίβωθα συντρίβουμε, θα συντρίβομεθα συντρίβομαιθα συντριβόμαστε
θα συντρίβειςθα συντρίβετεθα συντρίβεσαιθα συντρίβεστε, θα συντριβόσαστε
θα συντρίβειθα συντρίβουν(ε)θα συντρίβεταιθα συντρίβονται
Fut
ur
θα συντρίψωθα συντρίψουμε, θα συντρίψομεθα συντριφτώ, θα συντριβώθα συντριφτούμε, θα συντριβούμε
θα συντρίψειςθα συντρίψετεθα συντριφτείς, θα συντριβείςθα συντριφτείτε, θα συντριβείτε
θα συντρίψειθα συντρίψουν(ε)θα συντριφτεί, θα συντριβείθα συντριφτούν(ε), θα συντριβούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συντρίψειθα έχουμε συντρίψειθα έχω συντριφτεί
θα έχω συντριβεί
θα έχουμε συντριφτεί
θα έχουμε συντριβεί
θα έχεις συντρίψειθα έχετε συντρίψειθα έχεις συντριφτεί
θα έχεις συντριβεί
θα έχετε συντριφτεί
θα έχετε συντριβεί
θα έχει συντρίψειθα έχουν συντρίψειθα έχει συντριφτεί
θα έχει συντριβεί
θα έχουν συντριφτεί
θα έχουν συντριβεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συντρίβωνα συντρίβουμε, να συντρίβομενα συντρίβομαινα συντριβόμαστε
να συντρίβειςνα συντρίβετενα συντρίβεσαινα συντρίβεστε, να συντριβόσαστε
να συντρίβεινα συντρίβουν(ε)να συντρίβεταινα συντρίβονται
Aoristνα συντρίψωνα συντρίψουμε, να συντρίψομενα συντριφτώ, να συντριβώνα συντριφτούμε, να συντριβούμε
να συντρίψειςνα συντρίψετενα συντριφτείς, να συντριβείςνα συντριφτείτε, να συντριβείτε
να συντρίψεινα συντρίψουν(ε)να συντριφτεί, να συντριβείνα συντριφτούν(ε), να συντριβούν(ε)
Perfνα έχω συντρίψεινα έχουμε συντρίψεινα έχω συντριφτεί
να έχω συντριβεί
να έχουμε συντριφτεί
να έχουμε συντριβεί
να έχεις συντρίψεινα έχετε συντρίψεινα έχεις συντριφτεί
να έχεις συντριβεί
να έχετε συντριφτεί
να έχετε συντριβεί
να έχει συντρίψεινα έχουν συντρίψεινα έχει συντριφτεί
να έχει συντριβεί
να έχουν συντριφτεί
να έχουν συντριβεί
Imper
ativ
Presσυντρίβεσυντρίβετεσυντρίβεστε
Aoristσύντριψεσυντρίψτε, συντρίφτεσυντρίψουσυντριφτείτε, συντριβείτε
Part
izip
Presσυντρίβονταςσυντριβόμενος
Perfέχοντας συντρίψεισυντετριμμένος, -η, -οσυντετριμμένοι, -ες, -α
InfinAoristσυντρίψεισυντριφτεί





Griechische Definition zu συντρίβω

συντρίβω [sindrívo] -ομαι Ρ αόρ. συνέτριψα και (προφ.) σύντριψα, απαρέμφ. συντρίψει, παθ. αόρ. συντρίφτηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και συνετρίβη, συνετρίβησαν, απαρέμφ. συντριφτεί και συντριβεί, μππ. συντριμμένος και συντετριμμένος* : 1.(συνήθ. παθ.) για κτ. που καταστρέφεται εντελώς, που γίνεται κομμάτια, συνήθ. ύστερα από πτώση ή πρόσκρουση: Είδα το αεροπλάνο να πέφτει και να συντρίβεται στο έδαφος. Tο αυτοκίνητο συντρίφτηκε επάνω στο βράχο / στον τοίχο. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback