συνέρχομαι  Verb  [sinerchome, synerxomai]

Ähnliche Bedeutung wie συνέρχομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συνέρχομαι

... πλειοψηφικό κόμμα στη Γερουσία είναι το Δημοκρατικό Κόμμα. Η Γενική Συνέλευση συνέρχεται στην πρωτεύουσα της Βιρτζίνια, το Ρίτσμοντ. Όταν συνεδριάζει στο Ρίτσμοντ ...

... το έτος 431 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνέρχεται στην Έφεσο, απ΄ την οποία και καταδικάζεται ο Νεστόριος και καθαίρεται ...

... σώματος αναφέρεται επίσης ως "House of Delegates." Το Νομοθετικό Σώμα συνέρχεται στο κτίριο του Πολιτειακού Καπιτωλίου στο Τσάρλστον. Οι γερουσιαστές ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zusammenkommen

... Wenn zwei Virtuosen, denen nichts mehr schwerfällt, die überdies so viel Geist und Wissen besitzen, dass sie, mit einiger Übung, jederzeit selbst solche Werke schreiben könnten, und die just kraft dieses über allem schwebenden Geistes, sich nicht an den bizarrsten Auswüchsen in Details stören - wenn diese sich finden und zusammenkommen und durch beharrliches Üben das Werk durchdringen (denn dies müssen selbst sie tun); wenn sie jetzt die Stunde abwarten, in der einem selbst das Groteskeste zum Genuss und zur Lust wird, so lange es nur genial gemacht ist, und wenn sie es denn in dieser Stunde darbieten; werden sie beide einen vollen, reichen Genuss haben. ...

Quelle: al_ex_an_der

Grammatik


ΣΥΝΕΡΧΟΜΑΙ
Ι come …
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συνέρχομαισυνερχόμαστε
συνέρχεσαισυνέρχεστε, συνερχόσαστε
συνέρχεταισυνέρχονται
Imper
fekt
συνερχόμουν(α)συνερχόμαστε
συνερχόσουν(α)συνερχόσαστε
συνερχόταν(ε)συνέρχονταν
Aoristσυνήλθασυνήλθαμε
συνήλθεςσυνήλθατε
συνήλθεσυνήλθαν(ε)
Per
fect
έχω συνέλθειέχουμε συνέλθει
έχεις συνέλθειέχετε συνέλθει
έχει συνέλθειέχουν συνέλθει
Plu
per
fect
είχα συνέλθειείχαμε συνέλθει
είχες συνέλθειείχατε συνέλθει
είχε συνέλθειείχαν συνέλθει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συνέρχομαιθα συνερχόμαστε
θα συνέρχεσαιθα συνέρχεστε, θα συνερχόσαστε
θα συνέρχεταιθα συνέρχονται
Fut
ur
θα συνέλθωθα συνέλθουμε, θα συνέλθομε
θα συνέλθειςθα συνέλθετε
θα συνέλθειθα συνέλθουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συνέλθειθα έχουμε συνέλθει
θα έχεις συνέλθειθα έχετε συνέλθει
θα έχει συνέλθειθα έχουν συνέλθει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συνέρχομαινα συνερχόμαστε
να συνέρχεσαινα συνέρχεστε, να συνερχόσαστε
να συνέρχεταινα συνέρχονται
Aoristνα συνέλθωνα συνέλθουμε
να συνέλθειςνα συνέλθετε
να συνέλθεινα συνέλθουν(ε)
Perfνα έχω συνέλθεινα έχουμε συνέλθει
να έχεις συνέλθεινα έχετε συνέλθει
να έχει συνέλθεινα έχουν συνέλθει
Imper
ativ
Presσυνέρχεστε
Aoristσύνελθεσυνέλθετε
Part
izip
Presσυνερχόμενος
Perf
InfinAoristσυνέλθει




Griechische Definition zu συνέρχομαι

συνέρχομαι 1 [sinérxome] Ρ αόρ. συνήλθα και συνήρθα, απαρέμφ. συνέλθει και συνέρθει : επανέρχομαι σε μια προηγούμενη καλή σωματική ή ψυχική κατάσταση. 1α. επανακτώ τις αισθήσεις μου: Συνήλθε από τη νάρκωση / από τη λιποθυμία. β. βελτιώνεται ή αποκαθίσταται η υγεία μου: Άρχισε να συνέρχεται μετά την πρόσφατη αρρώστια του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συνέρχομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15