συμπίπτω  Verb  [sibipto, sympiptw]

Ähnliche Bedeutung wie συμπίπτω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συμπίπτω

... Σαμβάτ είναι το επίσημο ηλιοσεληνιακό ημερολόγιο στο οποίο τα δίσεκτα έτη συμπίπτουν με αυτά του Γρηγοριανού ημερολογίου, το οποίο είναι ηλιακό. Στην Ινδία ...

... την Ολλανδική Επανάσταση το 1566 ή 1568. Η πρώιμη φλαμανδική ζωγραφική συμπίπτει με την πρώιμη και ύστερη Αναγέννηση στην Ιταλία, αλλά θεωρείται ανεξάρτητη ...

... Χρησιμοποιείται για μερικούς επίσημους τομείς στην Ισπανική πόλη της Ζιρόνα καθώς συμπίπτει στην συντομογραφία του. Αυτή η περιορισμένη χρήση ξεκίνησε πριν από τη ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze überschneiden

... Wikipedia-Seite, die dazu dient, die Anzahl von Artikeln, die sich thematisch überschneiden, zu reduzieren. redundantes Akronym (Abkürzungswiederholung) Redundanz-Reduktion ...

... gerechnet werden. Beide Begriffe sind jedoch nicht deckungsgleich, sondern überschneiden sich nur. Dysästhesien umfassen definitionsgemäß nur die Sensibilitätsstörungen ...

... Aufgabenbereiche der Statisten können denen der Laiendarsteller ähneln, sich oft überschneiden und können sich während der Dreharbeiten in der Rolle verändern. So ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΥΜΠΙΠΤΩ
(I fall with)
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συμπίπτω, pefto">πέφτωσυμπίπτουμε, συμπίπτομε
συμπίπτειςσυμπίπτετε
συμπίπτεισυμπίπτουν(ε)
Imper
fekt
συνέπιπτασυμπίπταμε
συνέπιπτεςσυμπίπτατε
συνέπιπτεσυνέπιπταν, συμπίπταν(ε)
Aoristσυνέπεσασυμπέσαμε
συνέπεσεςσυμπέσατε
συνέπεσεσυνέπεσαν, συμπέσαν(ε)
Per
fect
έχω συμπέσειέχουμε συμπέσει
έχεις συμπέσειέχετε συμπέσει
έχει συμπέσειέχουν συμπέσει
Plu
per
fect
είχα συμπέσειείχαμε συμπέσει
είχες συμπέσειείχατε συμπέσει
είχε συμπέσειείχαν συμπέσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συμπίπτωθα συμπίπτουμε, θα συμπίπτομε
θα συμπίπτειςθα συμπίπτετε
θα συμπίπτειθα συμπίπτουν(ε)
Fut
ur
θα συμπέσωθα συμπέσουμε, θα συμπέσομε
θα συμπέσειςθα συμπέσετε
θα συμπέσειθα συμπέσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συμπέσειθα έχουμε συμπέσει
θα έχεις συμπέσειθα έχετε συμπέσει
θα έχει συμπέσειθα έχουν συμπέσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συμπίπτωνα συμπίπτουμε, να συμπίπτομε
να συμπίπτειςνα συμπίπτετε
να συμπίπτεινα συμπίπτουν(ε)
Aoristνα συμπέσωνα συμπέσουμε, να συμπέσομε
να συμπέσειςνα συμπέσετε
να συμπέσεινα συμπέσουν(ε)
Perfνα έχω συμπέσεινα έχουμε συμπέσει
να έχεις συμπέσεινα έχετε συμπέσει
να έχει συμπέσεινα έχουν συμπέσει
Imper
ativ
Presσυμπίπτετε
Aorist(έκπεσε)συμπέστε
Part
izip
Presσυμπίπτοντας
Perfέχοντας συμπέσει
InfinAoristσυμπέσει






Griechische Definition zu συμπίπτω

συμπίπτω [simbípto] Ρ αόρ. συνέπεσα, απαρέμφ. συμπέσει : 1.για κτ. που συμβαίνει συγχρόνως με κτ. άλλο, τυχαία ή και προγραμματισμένα: H πρωτομαγιά συνέπεσε φέτος με το Πάσχα. Aναβλήθηκε η επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη, γιατί συνέπιπτε με την τελευταία εβδομάδα της προεκλογικής περιόδου. Tα δύο γεγονότα συμπίπτουν (χρονικά). || (απρόσ.) συμπίπτει να…, συμβαίνει τυχαία: Συνέπεσε να φοιτούν στην ίδια τάξη / να είμαι εκεί. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συμπίπτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15