συκοφαντώ  Verb  [sikofanto, sykofantw]

Ähnliche Bedeutung wie συκοφαντώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συκοφαντώ

... Η Συκοφαντία του Απελλή (Ιταλικά: La Calunnia di Apelle, είναι πίνακας ζωγραφικής από τον Ιταλό καλλιτέχνη της Αναγέννησης Σάντρο Μποτιτσέλι. Φιλοτεχνήθηκε ...

... σύκων, ήταν συκοφάντης, αν αποσκοπούσε εν μέρει να κερδίσει και την εύνοια των Αρχών, τότε ο χαρακτήρας του δεν απείχε πολύ απ΄αυτόν του συκοφάντη της σύγχρονης ...

... ελπίδες για διόρθωση των τότε εκκλησιαστικών πραγμάτων. Παρά ταύτα συκοφαντήθηκε από τους Ιησουΐτες μετά του ηγεμόνα της Βλαχίας ως συνωμότης κατά της ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΥΚΟΦΑΝΤΩ
I slander
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συκοφαντώσυκοφαντούμεσυκοφαντούμαισυκοφαντούμαστε
συκοφαντείςσυκοφαντείτεσυκοφαντείσαισυκοφαντείστε
συκοφαντείσυκοφαντούν(ε)συκοφαντείταισυκοφαντούνται
Imper
fekt
συκοφαντούσασυκοφαντούσαμεσυκοφαντούμουνσυκοφαντούμαστε
συκοφαντούσεςσυκοφαντούσατε
συκοφαντούσεσυκοφαντούσαν(ε)συκοφαντούνταν, συκοφαντείτοσυκοφαντούνταν, συκοφαντούντο
Aoristσυκοφάντησασυκοφαντήσαμεσυκοφαντήθηκασυκοφαντηθήκαμε
συκοφάντησεςσυκοφαντήσατεσυκοφαντήθηκεςσυκοφαντηθήκατε
συκοφάντησεσυκοφάντησαν, συκοφαντήσαν(ε)συκοφαντήθηκεσυκοφαντήθηκαν, συκοφαντηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω συκοφαντήσει
έχω συκοφαντημένο
έχουμε συκοφαντήσει
έχουμε συκοφαντημένο
έχω συκοφαντηθεί
είμαι συκοφαντημένος, -η
έχουμε συκοφαντηθεί
είμαστε συκοφαντημένοι, -ες
έχεις συκοφαντήσει
έχεις συκοφαντημένο
έχετε συκοφαντήσει
έχετε συκοφαντημένο
έχεις συκοφαντηθεί
είσαι συκοφαντημένος, -η
έχετε συκοφαντηθεί
είστε συκοφαντημένοι, -ες
έχει συκοφαντήσει
έχει συκοφαντημένο
έχουν συκοφαντήσει
έχουν συκοφαντημένο
έχει συκοφαντηθεί
είναι συκοφαντημένος, -η, -ο
έχουν συκοφαντηθεί
είναι συκοφαντημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα συκοφαντήσει
είχα συκοφαντημένο
είχαμε συκοφαντήσει
είχαμε συκοφαντημένο
είχα συκοφαντηθεί
ήμουν συκοφαντημένος, -η
είχαμε συκοφαντηθεί
ήμαστε συκοφαντημένοι, -ες
είχες συκοφαντήσει
είχες συκοφαντημένο
είχατε συκοφαντήσει
είχατε συκοφαντημένο
είχες συκοφαντηθεί
ήσουν συκοφαντημένος, -η
είχατε συκοφαντηθεί
ήσαστε συκοφαντημένοι, -ες
είχε συκοφαντήσει
είχε συκοφαντημένο
είχαν συκοφαντήσει
είχαν συκοφαντημένο
είχε συκοφαντηθεί
ήταν συκοφαντημένος, -η, -ο
είχαν συκοφαντηθεί
ήταν συκοφαντημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συκοφαντώθα συκοφαντούμεθα συκοφαντούμαιθα συκοφαντούμαστε
θα συκοφαντείςθα συκοφαντείτεθα συκοφαντείσαιθα συκοφαντείστε
θα συκοφαντείθα συκοφαντούν(ε)θα συκοφαντείταιθα συκοφαντούνται
Fut
ur
θα συκοφαντήσωθα συκοφαντήσουμεθα συκοφαντηθώθα συκοφαντηθούμε
θα συκοφαντήσειςθα συκοφαντήσετεθα συκοφαντηθείςθα συκοφαντηθείτε
θα συκοφαντήσειθα συκοφαντήσουν(ε)θα συκοφαντηθείθα συκοφαντηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συκοφαντήσει
θα έχω συκοφαντημένο
θα έχουμε συκοφαντήσει
θα έχουμε συκοφαντημένο
θα έχω συκοφαντηθεί
θα είμαι συκοφαντημένος, -η
θα έχουμε συκοφαντηθεί
θα είμαστε συκοφαντημένοι, -ες
θα έχεις συκοφαντήσει
θα έχεις συκοφαντημένο
θα έχετε συκοφαντήσει
θα έχετε συκοφαντημένο
θα έχεις συκοφαντηθεί
θα είσαι συκοφαντημένος, -η
θα έχετε συκοφαντηθεί
θα είστε συκοφαντημένοι, -η
θα έχει συκοφαντήσει
θα έχει συκοφαντημένο
θα έχουν συκοφαντήσει
θα έχουν συκοφαντημένο
θα έχει συκοφαντηθεί
θα είναι συκοφαντημένος, -η, -ο
θα έχουν συκοφαντηθεί
θα είναι συκοφαντημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συκοφαντώνα συκοφαντούμενα συκοφαντούμαινα συκοφαντούμαστε
να συκοφαντείςνα συκοφαντείτενα συκοφαντείσαινα συκοφαντείστε
να συκοφαντείνα συκοφαντούν(ε)να συκοφαντείταινα συκοφαντούνται
Aoristνα συκοφαντήσωνα συκοφαντήσουμε, να συκοφαντήσομενα συκοφαντηθώνα συκοφαντηθούμε
να συκοφαντήσειςνα συκοφαντήσετενα συκοφαντηθείςνα συκοφαντηθείτε
να συκοφαντήσεινα συκοφαντήσουν(ε)να συκοφαντηθείνα συκοφαντηθούν(ε)
Perfνα έχω συκοφαντήσει
να έχω συκοφαντημένο
να έχουμε συκοφαντήσει
να έχουμε συκοφαντημένο
να έχω συκοφαντηθεί
να είμαι συκοφαντημένος, -η
να έχουμε συκοφαντηθεί
να είμαστε συκοφαντημένοι, -ες
να έχεις συκοφαντήσει
να έχεις συκοφαντημένο
να έχετε συκοφαντήσει
να έχετε συκοφαντημένο
να έχεις συκοφαντηθεί
να είσαι συκοφαντημένος, -η
να έχετε συκοφαντηθεί
να είστε συκοφαντημένοι, -ες
να έχει συκοφαντήσει
να έχει συκοφαντημένο
να έχουν συκοφαντήσει
να έχουν συκοφαντημένο
να έχει συκοφαντηθεί
να είναι συκοφαντημένος, -η, -ο
να έχουν συκοφαντηθεί
να είναι συκοφαντημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυκοφαντείτεσυκοφαντείστε
Aoristσυκοφάντησεσυκοφαντήστε, συκοφαντήσετεσυκοφαντήσουσυκοφαντηθείτε
Part
izip
Presσυκοφαντώντας
Perfέχοντας συκοφαντήσει, έχοντας συκοφαντημένοσυκοφαντημένος, -η, -οσυκοφαντημένοι, -ες, -α
InfinAoristσυκοφαντήσεισυκοφαντηθεί




Griechische Definition zu συκοφαντώ

συκοφαντώ [sikofandó] -ούμαι : διαδίδω κατηγορίες εις βάρος κάποιου, ενώ γνωρίζω ότι δεν είναι αληθινές ή χρησιμοποιώ ψεύτικα στοιχεία για να του προξενήσω ηθική βλάβη: Tον συκοφάντησαν ότι έκανε καταχρήσεις. Συκοφαντήθηκε ως προδότης. Ήταν ένας συκοφαντημένος ήρωας. Εφαρμόζει την αρχή του Γκέμπελς, «Συκοφαντείτε, συκοφαντείτε, όλο και κάτι θα μείνει». || παρουσιάζω κτ. διαστρεβλωμένο για να το καταπολεμήσω: Συκοφαντήθηκε ο χριστιανισμός / το εργατικό κίνημα.

[λόγ. < αρχ. συκοφαντῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συκοφαντώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15