συγχαίρω  Verb  [sigchero, sirchero, sygxairw]

Ähnliche Bedeutung wie συγχαίρω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu συγχαίρω

συγχαίρων


Beispielsätze συγχαίρω

... πολεμικόν "ΦΕΤΙΧ ΜΠΟΥΛΕΝ" αφήσαν βυθισμένο. Κατέπλευσεν Αικατερίνη αβλαβές. Συγχαίρω από καρδίας Ελληνικόν Στόλον, πεποιθώς ότι η δράση του, μέχρι τέλους νικηφόρου ...

... p=1029. Ανακτήθηκε στις 22-11-2015.  Κρήτη, Το Αφιέρωμα, Βιογραφίες, τ. 10, σελ. 52. Φωτογραφία του υπουργού Δημητρακάκη ενώ συγχαίρει αξιωματικό ...

... τους και κρατώντας τα χέρια της περιόδευσαν την πόλη, με το πλήθος να συγχαίρει τους νέους για το σεβασμό που έδειχναν. (οι ηγεμόνες με κίτρινη σκίαση) ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beglückwünschen

... Die Bekannten von Herrn Malik beglückwünschen ihn. ...

Quelle: Espi

Grammatik



ΣΥΓΧΑΙΡΩ
I congratulate
Aktiv/Middle
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συγχαίρωσυγχαίρουμε, συγχαίρομε
συγχαίρειςσυγχαίρετε
συγχαίρεισυγχαίρουν(ε)
Imper
fekt
συνέχαιρασυγχαίραμε
συνέχαιρεςσυγχαίρατε
συνέχαιρεσυνέχαιραν, συγχαίρανε
Aoristσυγχάρηκασυγχαρήκαμε
συγχάρηκεςσυγχαρήκατε
συγχάρηκε, συνεχάρησυγχάρηκαν, συγχαρήκαν(ε), συνεχάρησαν
Per
fect
έχω συγχαρείέχουμε συγχαρεί
έχεις συγχαρείέχετε συγχαρεί
έχει συγχαρείέχουν συγχαρεί
Plu
per
fect
είχα συγχαρείείχαμε συγχαρεί
είχες συγχαρείείχατε συγχαρεί
είχε συγχαρείείχαν συγχαρεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συγχαίρωθα συγχαίρουμε, θα συγχαίρομε
θα συγχαίρειςθα συγχαίρετε
θα συγχαίρειθα συγχαίρουν(ε)
Fut
ur
θα συγχαρώθα συγχαρούμε
θα συγχαρείςθα συγχαρείτε
θα συγχαρείθα συγχαρούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συγχαρείθα έχουμε συγχαρεί
θα έχεις συγχαρείθα έχετε συγχαρεί
θα έχει συγχαρείθα έχουν συγχαρεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συγχαίρωνα συγχαίρουμε, να συγχαίρομε
να συγχαίρειςνα συγχαίρετε
να συγχαίρεινα συγχαίρουν(ε)
Aoristνα συγχαρώνα συγχαρούμε
να συγχαρείςνα συγχαρείτε
να συγχαρείνα συγχαρούν(ε)
Perfνα έχω συγχαρείνα έχουμε συγχαρεί
να έχεις συγχαρείνα έχετε συγχαρεί
να έχει συγχαρείνα έχουν συγχαρεί
Imper
ativ
Presσυγχαίρετε
Aoristσυγχαρείτε
Part
izip
Pres
Perfέχοντας συγχαρεί
InfinAoristσυγχαρεί






Griechische Definition zu συγχαίρω

συγχαίρω [sinxéro] Ρ πρτ. συνέχαιρα, αόρ. συγχάρηκα και (λόγ.) συνεχάρην, απαρέμφ. συγχαρεί : 1.εκφράζω σε κπ., γραπτά ή προφορικά, τη χαρά μου για κάποιο ευχάριστο γεγονός που του συνέβη: Σε συγχαίρω για την προαγωγή σου / για την επιτυχία σου στις εξετάσεις. Tου έκανα επίσκεψη / του έστειλα τηλεγράφημα για να τον συγχαρώ για το γάμο του / για τη γέννηση του παιδιού του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συγχαίρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15