συγγράφω  Verb  [singrafo, syggrafw]

Ähnliche Bedeutung wie συγγράφω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze verfassen

... Du weißt, dass du eine Fremdsprache wirklich beherrschst, wenn du ein anständiges Gedicht darin verfassen kannst. ...

... Man kann sich erst sicher sein, eine Fremdsprache wirklich zu beherrschen, wenn man ein anständiges Gedicht darin verfassen kann. ...

... machen Berichte aufgrund dieser Untersuchungen zu verfassen Jede Steuerrückzahlung und jeden Steuerkredit von über 2 Millionen USD kritisch zu begutachten ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΥΓΓΡΑΦΩ
I write
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συγγράφωσυγγράφουμε, συγγράφομεσυγγράφομαισυγγραφόμαστε
συγγράφειςσυγγράφετεσυγγράφεσαισυγγράφεστε, συγγραφόσαστε
συγγράφεισυγγράφουν(ε)συγγράφεταισυγγράφονται
Imper
fekt
συνέγραφασυγγράφαμεσυγγραφόμουν(α)συγγραφόμαστε, συγγραφόμασταν
συνέγραφεςσυγγράφατεσυγγραφόσουν(α)συγγραφόσαστε, συγγραφόσασταν
συνέγραφεσυνέγραφαν, συγγράφαν(ε)συγγραφόταν(ε)συγγράφονταν, συγγραφόντανε, συγγραφόντουσαν
Aoristσυνέγραψασυγγράψαμεσυγγράφηκασυγγραφήκαμε
συνέγραψεςσυγγράψατεσυγγράφηκεςσυγγραφήκατε
συνέγραψεσυνέγραψαν, συγγράψαν(ε)συγγράφηκεσυγγράφηκαν, συγγραφήκαν(ε)
Per
fect
έχω συγγράψει
έχω συγγεγραμμένο
έχουμε συγγράψει
έχουμε συγγεγραμμένο
έχω συγγραφεί
είμαι συγγεγραμμένος, -η
έχουμε συγγραφεί
είμαστε συγγεγραμμένοι, -ες
έχεις συγγράψει
έχεις συγγεγραμμένο
έχετε συγγράψει
έχετε συγγεγραμμένο
έχεις συγγραφεί
είσαι συγγεγραμμένος, -η
έχετε συγγραφεί
είστε συγγεγραμμένοι, -ες
έχει συγγράψει
έχει συγγεγραμμένο
έχουν συγγράψει
έχουν συγγεγραμμένο
έχει συγγραφεί
είναι συγγεγραμμένος, -η, -ο
έχουν συγγραφεί
είναι συγγεγραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα συγγράψει
είχα συγγεγραμμένο
είχαμε συγγράψει
είχαμε συγγεγραμμένο
είχα συγγραφεί
ήμουν συγγεγραμμένος, -η
είχαμε συγγραφεί
ήμαστε συγγεγραμμένοι, -ες
είχες συγγράψει
είχες συγγεγραμμένο
είχατε συγγράψει
είχατε συγγεγραμμένο
είχες συγγραφεί
ήσουν συγγεγραμμένος, -η
είχατε συγγραφεί
ήσαστε συγγεγραμμένοι, -ες
είχε συγγράψει
είχε συγγεγραμμένο
είχαν συγγράψει
είχαν συγγεγραμμένο
είχε συγγραφεί
ήταν συγγεγραμμένος, -η, -ο
είχαν συγγραφεί
ήταν συγγεγραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συγγράφωθα συγγράφουμε, θα συγγράφομεθα συγγράφομαιθα συγγραφόμαστε
θα συγγράφειςθα συγγράφετεθα συγγράφεσαιθα συγγράφεστε, θα συγγραφόσαστε
θα συγγράφειθα συγγράφουν(ε)θα συγγράφεταιθα συγγράφονται
Fut
ur
θα συγγράψωθα συγγράψουμε, θα συγγράψομεθα συγγραφώθα συγγραφούμε
θα συγγράψειςθα συγγράψετεθα συγγραφείςθα συγγραφείτε
θα συγγράψειθα συγγράψουν(ε)θα συγγραφείθα συγγραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συγγράψει
θα έχω συγγεγραμμένο
θα έχουμε συγγράψει
θα έχουμε συγγεγραμμένο
θα έχω συγγραφεί
θα είμαι συγγεγραμμένος, -η
θα έχουμε συγγραφεί
θα είμαστε συγγεγραμμένοι, -ες
θα έχεις συγγράψει
θα έχεις συγγεγραμμένο
θα έχετε συγγράψει
θα έχετε συγγεγραμμένο
θα έχεις συγγραφεί
θα είσαι συγγεγραμμένος, -η
θα έχετε συγγραφεί
θα είστε συγγεγραμμένοι, -ες
θα έχει συγγράψει
θα έχει συγγεγραμμένο
θα έχουν συγγράψει
θα έχουν συγγεγραμμένο
θα έχει συγγραφεί
θα είναι συγγεγραμμένος, -η, -ο
θα έχουν συγγραφεί
θα είναι συγγεγραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συγγράφωνα συγγράφουμε, να συγγράφομενα συγγράφομαινα συγγραφόμαστε
να συγγράφειςνα συγγράφετενα συγγράφεσαινα συγγράφεστε, να συγγραφόσαστε
να συγγράφεινα συγγράφουν(ε)να συγγράφεταινα συγγράφονται
Aoristνα συγγράψωνα συγγράψουμε, να συγγράψομενα συγγραφώνα συγγραφούμε
να συγγράψειςνα συγγράψετενα συγγραφείνα συγγραφείτε
να συγγράψεινα συγγράψουν(ε)να συγγραφείνα συγγραφούν(ε)
Perfνα έχω συγγράψει
να έχω συγγεγραμμένο
να έχουμε συγγράψει
να έχουμε συγγεγραμμένο
να έχω συγγραφεί
να είμαι συγγεγραμμένος, -η
να έχουμε συγγραφεί
να είμαστε συγγεγραμμένοι, -ες
να έχεις συγγράψει
να έχεις συγγεγραμμένο
να έχετε συγγράψει
να έχετε συγγεγραμμένο
να έχεις συγγραφεί
να είσαι συγγεγραμμένος, -η
να έχετε συγγραφεί
να είστε συγγεγραμμένοι, -ες
να έχει συγγράψει
να έχει συγγεγραμμένο
να έχουν συγγράψει
να έχουν συγγεγραμμένο
να έχει συγγραφεί
να είναι συγγεγραμμένος, -η, -ο
να έχουν συγγραφεί
να είναι συγγεγραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυνέγραφεσυγγράφετεσυγγράφεστε
Aoristσυνέγραψεσυγγράψτε, συγγράφτεσυγγράψουσυγγραφείτε
Part
izip
Presσυγγράφονταςσυγγραφόμενος
Perfέχοντας συγγράψει, έχοντας συγγεγραμμένοσυγγεγραμμένος, -η, -οσυγγεγραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristσυγγράψεισυγγραφεί




Griechische Definition zu συγγράφω

συγγράφω [siŋγráfo] -ομαι Ρ αόρ. συνέγραψα, απαρέμφ. συγγράψει, παθ. αόρ. συγγράφηκα και συγγράφτηκα, απαρέμφ. συγγραφεί και συγγραφτεί, μππ. συγγραμμένος : γράφω, συνθέτω ένα (επιστημονικό, λογοτεχνικό κτλ.) έργο σε πεζό λόγο: Συγγράφει ένα βιβλίο / μια μελέτη / τα απομνημονεύματά του. Έχει συγγράψει πλήθος επιστημονικών εργασιών.

[λόγ. < αρχ. συγγράφω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συγγράφω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15