στύβω  Verb  [stivo, stybw]

Ähnliche Bedeutung wie στύβω


Beispielsätze στύβω

... πολλές ποικιλίες ροδιών που κάνουν για χυμό. Ο ιδανικός χυμός γίνεται στύβοντας το ρόδι μαζί με τα κουκούτσια και την ψίχα, διατηρώντας έτσι όλα τα θρεπτικά ...

... την Τοσκάνη, το ψωμί αφήνεται να μουλιάσει σε νερό και στη συνέχεια το στύβουν μέχρι να καταρρεύσει και να διασπαστεί για να αναμειχθεί με τα άλλα συστατικά ...

... συνέχεια, αλέθονται σε αλεύρι, το οποίο στη συνέχεια εμποτίζεται στο νερό, στύβεται να στεγνώσει αρκετές φορές και φρυγανίζεται. Οι κόκκοι του αμύλου που επιπλέουν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausquetschen

... Bei einem Squeeze-out (engl. Ausquetschen) handelt es sich um den zwangsweisen Ausschluss von Minderheitsaktionären aus einer Aktiengesellschaft durch ...

... das Pressgut mittels Schnecke (Spindel) transportiert und dabei durch Ausquetschen in noch ungereinigtes Truböl und Presskuchen getrennt. Das Pressgut wird ...

... dafür [aufzutreten], dass endlich Schluss sein muss mit dem finanziellen Ausquetsch-Terror“.Kontrovers werden die medienkritischen Aspekte der Sendung bewertet ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΤΥΒΩ
I squeeze
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στύβωστύβουμε, στύβομεστύβομαιστυβόμαστε
στύβειςστύβετεστύβεσαιστύβεστε, στυβόσαστε
στύβειστύβουν(ε)στύβεταιστύβονται
Imper
fekt
έστυβαστύβαμεστυβόμουν(α)στυβόμαστε, στυβόμασταν
έστυβεςστύβατεστυβόσουν(α)στυβόσαστε, στυβόσασταν
έστυβεέστυβαν, στύβαν(ε)στυβόταν(ε)στύβονταν, στυβόντανε, στυβόντουσαν
Aoristέστυψαστύψαμεστύφτηκαστυφτήκαμε
έστυψεςστύψατεστύφτηκεςστυφτήκατε
έστυψεέστυψαν, στύψαν(ε)στύφτηκεστύφτηκαν, στυφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω στύψει
έχω στυμμένο
έχουμε στύψει
έχουμε στυμμένο
έχω στυφτεί
είμαι στυμμένος, -η
έχουμε στυφτεί
είμαστε στυμμένοι, -ες
έχεις στύψει
έχεις στυμμένο
έχετε στύψει
έχετε στυμμένο
έχεις στυφτεί
είσαι στυμμένος, -η
έχετε στυφτεί
είστε στυμμένοι, -ες
έχει στύψει
έχει στυμμένο
έχουν στύψει
έχουν στυμμένο
έχει στυφτεί
είναι στυμμένος, -η, -ο
έχουν στυφτεί
είναι στυμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα στύψει
είχα στυμμένο
είχαμε στύψει
είχαμε στυμμένο
είχα στυφτεί
ήμουν στυμμένος, -η
είχαμε στυφτεί
ήμαστε στυμμένοι, -ες
είχες στύψει
είχες στυμμένο
είχατε στύψει
είχατε στυμμένο
είχες στυφτεί
ήσουν στυμμένος, -η
είχατε στυφτεί
ήσαστε στυμμένοι, -ες
είχε στύψει
είχε στυμμένο
είχαν στύψει
είχαν στυμμένο
είχε στυφτεί
ήταν στυμμένος, -η, -ο
είχαν στυφτεί
ήταν στυμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στύβωθα στύβουμε, θα στύβομεθα στύβομαιθα στυβόμαστε
θα στύβειςθα στύβετεθα στύβεσαιθα στύβεστε, θα στυβόσαστε
θα στύβειθα στύβουν(ε)θα στύβεταιθα στύβονται
Fut
ur
θα στύψωθα στύψουμε, θα στύψομεθα στυφτώθα στυφτούμε
θα στύψειςθα στύψετεθα στυφτείςθα στυφτείτε
θα στύψειθα στύψουν(ε)θα στυφτείθα στυφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στύψει
θα έχω στυμμένο
θα έχουμε στύψει
θα έχουμε στυμμένο
θα έχω στυφτεί
θα είμαι στυμμένος, -η
θα έχουμε στυφτεί
θα είμαστε στυμμένοι, -ες
θα έχεις στύψει
θα έχεις στυμμένο
θα έχετε στύψει
θα έχετε στυμμένο
θα έχεις στυφτεί
θα είσαι στυμμένος, -η
θα έχετε στυφτεί
θα είστε στυμμένοι, -ες
θα έχει στύψει
θα έχει στυμμένο
θα έχουν στύψει
θα έχουν στυμμένο
θα έχει στυφτεί
θα είναι στυμμένος, -η, -ο
θα έχουν στυφτεί
θα είναι στυμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στύβωνα στύβουμε, να στύβομενα στύβομαινα στυβόμαστε
να στύβειςνα στύβετενα στύβεσαινα στύβεστε, να στυβόσαστε
να στύβεινα στύβουν(ε)να στύβεταινα στύβονται
Aoristνα στύψωνα στύψουμε, να στύψομενα στυφτώνα στυφτούμε
να στύψειςνα στύψετενα στυφτείςνα στυφτείτε
να στύψεινα στύψουν(ε)να στυφτείνα στυφτούν(ε)
Perfνα έχω στύψει
να έχω στυμμένο
να έχουμε στύψει
να έχουμε στυμμένο
να έχω στυφτεί
να είμαι στυμμένος, -η
να έχουμε στυφτεί
να είμαστε στυμμένοι, -ες
να έχεις στύψει
να έχεις στυμμένο
να έχετε στύψει
να έχετε στυμμένο
να έχεις στυφτεί
να είσαι στυμμένος, -η
να έχετε στυφτεί
να είστε στυμμένοι, -ες
να έχει στύψει
να έχει στυμμένο
να έχουν στύψει
να έχουν στυμμένο
να έχει στυφτεί
να είναι στυμμένος, -η, -ο
να έχουν στυφτεί
να είναι στυμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστύβεστύβετεστύβεστε
Aoristστύψεστύψτε, στύφτεστύψουστυφτείτε
Part
izip
Presστύβοντας
Perfέχοντας στύψει, έχοντας στυμμένοστυμμένος, -η, -οστυμμένοι, -ες, -α
InfinAoristστύψειστυφτεί




Griechische Definition zu στύβω

στύβω [stívo] -ομαι : 1.πιέζω, συνθλίβω κτ. για να βγει ο χυμός του ή το υγρό που περιέχει: στύβω τα πορτοκάλια / τα λεμόνια. στύβω το σφουγγάρι / τη σφουγγαρίστρα. Tα σύγχρονα πλυντήρια στύβουν και στεγνώνουν τα ρούχα. H φανέλα του ήταν να τη στύψεις, μουσκεμένη από τον πολύ ιδρώ τα. Στυμμένη λεμονόκουπα. (έκφρ.) πετάω κπ. σαν στυμμένη λεμονόκου πα*. ΦΡ στύβω το μυαλό* μου. στύβω την πέτρα, είμαι πολύ δυνατός (και υγιής). [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στύβω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15