στρίβω Verb  [strivo, stribw]

  Verb
(2)
abgehen (ugs.)
  Verb
(0)

Etymologie zu στρίβω

στρίβω altgriechisch στρέφω


GriechischDeutsch
Χαλάρωσε, στρίβω.Du musst hier abbiegen. Beruhig dich. Ich biege ja ab.

Übersetzung nicht bestätigt

Εγώ ούτε που στρίβω αριστερά στις διασταυρώσεις.Ich würde nicht mal an einer Kreuzung links abbiegen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu στρίβω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στρίβωστρίβουμε, στρίβομεστρίβομαιστριβόμαστε
στρίβειςστρίβετεστρίβεσαιστρίβεστε, στριβόσαστε
στρίβειστρίβουν(ε)στρίβεταιστρίβονται
Imper
fekt
έστριβαστρίβαμεστριβόμουν(α)στριβόμαστε, στριβόμασταν
έστριβεςστρίβατεστριβόσουν(α)στριβόσαστε, στριβόσασταν
έστριβεέστριβαν, στρίβαν(ε)στριβόταν(ε)στρίβονταν, στριβόντανε, στριβόντουσαν
Aoristέστριψαστρίψαμεστρίφτηκαστριφτήκαμε
έστριψεςστρίψατεστρίφτηκεςστριφτήκατε
έστριψεέστριψαν, στρίψαν(ε)στρίφτηκεστρίφτηκαν, στριφτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω στρίψει
έχω στριμμένο
έχουμε στρίψει
έχουμε στριμμένο
έχω στριφτεί
είμαι στριμμένος, -η
έχουμε στριφτεί
είμαστε στριμμένοι, -ες
έχεις στρίψει
έχεις στριμμένο
έχετε στρίψει
έχετε στριμμένο
έχεις στριφτεί
είσαι στριμμένος, -η
έχετε στριφτεί
είστε στριμμένοι, -ες
έχει στρίψει
έχει στριμμένο
έχουν στρίψει
έχουν στριμμένο
έχει στριφτεί
είναι στριμμένος, -η, -ο
έχουν στριφτεί
είναι στριμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα στρίψει
είχα στριμμένο
είχαμε στρίψει
είχαμε στριμμένο
είχα στριφτεί
ήμουν στριμμένος, -η
είχαμε στριφτεί
ήμαστε στριμμένοι, -ες
είχες στρίψει
είχες στριμμένο
είχατε στρίψει
είχατε στριμμένο
είχες στριφτεί
ήσουν στριμμένος, -η
είχατε στριφτεί
ήσαστε στριμμένοι, -ες
είχε στρίψει
είχε στριμμένο
είχαν στρίψει
είχαν στριμμένο
είχε στριφτεί
ήταν στριμμένος, -η, -ο
είχαν στριφτεί
ήταν στριμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στρίβωθα στρίβουμε, θα στρίβομεθα στρίβομαιθα στριβόμαστε
θα στρίβειςθα στρίβετεθα στρίβεσαιθα στρίβεστε, θα στριβόσαστε
θα στρίβειθα στρίβουν(ε)θα στρίβεταιθα στρίβονται
Fut
ur
θα στρίψωθα στρίψουμε, θα στρίψομεθα στριφτώθα στριφτούμε
θα στρίψειςθα στρίψετεθα στριφτείςθα στριφτείτε
θα στρίψειθα στρίψουν(ε)θα στριφτείθα στριφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στρίψει
θα έχω στριμμένο
θα έχουμε στρίψει
θα έχουμε στριμμένο
θα έχω στριφτεί
θα είμαι στριμμένος, -η
θα έχουμε στριφτεί
θα είμαστε στριμμένοι, -ες
θα έχεις στρίψει
θα έχεις στριμμένο
θα έχετε στρίψει
θα έχετε στριμμένο
θα έχεις στριφτεί
θα είσαι στριμμένος, -η
θα έχετε στριφτεί
θα είστε στριμμένοι, -ες
θα έχει στρίψει
θα έχει στριμμένο
θα έχουν στρίψει
θα έχουν στριμμένο
θα έχει στριφτεί
θα είναι στριμμένος, -η, -ο
θα έχουν στριφτεί
θα είναι στριμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στρίβωνα στρίβουμε, να στρίβομενα στρίβομαινα στριβόμαστε
να στρίβειςνα στρίβετενα στρίβεσαινα στρίβεστε, να στριβόσαστε
να στρίβεινα στρίβουν(ε)να στρίβεταινα στρίβονται
Aoristνα στρίψωνα στρίψουμε, να στρίψομενα στριφτώνα στριφτούμε
να στρίψειςνα στρίψετενα στριφτείςνα στριφτείτε
να στρίψεινα στρίψουν(ε)να στριφτείνα στριφτούν(ε)
Perfνα έχω στρίψει
να έχω στριμμένο
να έχουμε στρίψει
να έχουμε στριμμένο
να έχω στριφτεί
να είμαι στριμμένος, -η
να έχουμε στριφτεί
να είμαστε στριμμένοι, -ες
να έχεις στρίψει
να έχεις στριμμένο
να έχετε στρίψει
να έχετε στριμμένο
να έχεις στριφτεί
να είσαι στριμμένος, -η
να έχετε στριφτεί
να είστε στριμμένοι, -ες
να έχει στρίψει
να έχει στριμμένο
να έχουν στρίψει
να έχουν στριμμένο
να έχει στριφτεί
να είναι στριμμένος, -η, -ο
να έχουν στριφτεί
να είναι στριμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστρίβεστρίβετεστρίβεστε
Aoristστρίψεστρίψτε, στρίφτεστρίψουστριφτείτε
Part
izip
Presστρίβοντας
Perfέχοντας στρίψει, έχοντας στριμμένοστριμμένος, -η, -οστριμμένοι, -ες, -α
InfinAoristστρίψειστριφτεί







Griechische Definition zu στρίβω

στρίβω [strívo] -ομαι στις σημ. 2, 3 : 1α.αλλάζω κατεύθυνση ή μέτωπο: Ο δρόμος στρίβει δεξιά. Στο επόμενο στενό στρίψε αριστερά. Έστριψαν στη / τη γωνία και χάθηκαν. β. εκτελώ περιστροφική κίνηση: Tο υδραυλι κό τιμόνι στρίβει πολύ εύκολα. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback