στρίβω  Verb  [strivo, stribw]

Ähnliche Bedeutung wie στρίβω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze στρίβω

... Αγίου Δημητρίου στρίβουμε δεξιά. Κατεβαίνοντας από τον περιφερειακό την Κατσιμίδου, μόλις συναντήσουμε την Αγίου Δημητρίου στρίβουμε αριστερά. β) από ...

... Όγκου και ρέει με κατεύθυνση βόρεια, περνάει από την Ορλεάνη όπου και στρίβει προς τα δυτικά, και στη συνέχεια από την πόλη Τουρ για να εκβάλει τελικώς ...

... τη Τριποταμιά, από όπου ακολουθεί τον ποταμό Λάδωνα. Κοντά στο Καλλιάνι στρίβει ανατολικά ξανά. Περνά από την ορεινή βόρεια Αρκαδία, μέσω των κωμοπόλεων ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze abgehen

... Bist du dir vollkommen sicher, dass du von der Schule abgehen willst? ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΣΤΡΙΒΩ
I spin
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στρίβωστρίβουμε, στρίβομεστρίβομαιστριβόμαστε
στρίβειςστρίβετεστρίβεσαιστρίβεστε, στριβόσαστε
στρίβειστρίβουν(ε)στρίβεταιστρίβονται
Imper
fekt
έστριβαστρίβαμεστριβόμουν(α)στριβόμαστε, στριβόμασταν
έστριβεςστρίβατεστριβόσουν(α)στριβόσαστε, στριβόσασταν
έστριβεέστριβαν, στρίβαν(ε)στριβόταν(ε)στρίβονταν, στριβόντανε, στριβόντουσαν
Aoristέστριψαστρίψαμεστρίφτηκαστριφτήκαμε
έστριψεςστρίψατεστρίφτηκεςστριφτήκατε
έστριψεέστριψαν, στρίψαν(ε)στρίφτηκεστρίφτηκαν, στριφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω στρίψει
έχω στριμμένο
έχουμε στρίψει
έχουμε στριμμένο
έχω στριφτεί
είμαι στριμμένος, -η
έχουμε στριφτεί
είμαστε στριμμένοι, -ες
έχεις στρίψει
έχεις στριμμένο
έχετε στρίψει
έχετε στριμμένο
έχεις στριφτεί
είσαι στριμμένος, -η
έχετε στριφτεί
είστε στριμμένοι, -ες
έχει στρίψει
έχει στριμμένο
έχουν στρίψει
έχουν στριμμένο
έχει στριφτεί
είναι στριμμένος, -η, -ο
έχουν στριφτεί
είναι στριμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα στρίψει
είχα στριμμένο
είχαμε στρίψει
είχαμε στριμμένο
είχα στριφτεί
ήμουν στριμμένος, -η
είχαμε στριφτεί
ήμαστε στριμμένοι, -ες
είχες στρίψει
είχες στριμμένο
είχατε στρίψει
είχατε στριμμένο
είχες στριφτεί
ήσουν στριμμένος, -η
είχατε στριφτεί
ήσαστε στριμμένοι, -ες
είχε στρίψει
είχε στριμμένο
είχαν στρίψει
είχαν στριμμένο
είχε στριφτεί
ήταν στριμμένος, -η, -ο
είχαν στριφτεί
ήταν στριμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στρίβωθα στρίβουμε, θα στρίβομεθα στρίβομαιθα στριβόμαστε
θα στρίβειςθα στρίβετεθα στρίβεσαιθα στρίβεστε, θα στριβόσαστε
θα στρίβειθα στρίβουν(ε)θα στρίβεταιθα στρίβονται
Fut
ur
θα στρίψωθα στρίψουμε, θα στρίψομεθα στριφτώθα στριφτούμε
θα στρίψειςθα στρίψετεθα στριφτείςθα στριφτείτε
θα στρίψειθα στρίψουν(ε)θα στριφτείθα στριφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στρίψει
θα έχω στριμμένο
θα έχουμε στρίψει
θα έχουμε στριμμένο
θα έχω στριφτεί
θα είμαι στριμμένος, -η
θα έχουμε στριφτεί
θα είμαστε στριμμένοι, -ες
θα έχεις στρίψει
θα έχεις στριμμένο
θα έχετε στρίψει
θα έχετε στριμμένο
θα έχεις στριφτεί
θα είσαι στριμμένος, -η
θα έχετε στριφτεί
θα είστε στριμμένοι, -ες
θα έχει στρίψει
θα έχει στριμμένο
θα έχουν στρίψει
θα έχουν στριμμένο
θα έχει στριφτεί
θα είναι στριμμένος, -η, -ο
θα έχουν στριφτεί
θα είναι στριμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στρίβωνα στρίβουμε, να στρίβομενα στρίβομαινα στριβόμαστε
να στρίβειςνα στρίβετενα στρίβεσαινα στρίβεστε, να στριβόσαστε
να στρίβεινα στρίβουν(ε)να στρίβεταινα στρίβονται
Aoristνα στρίψωνα στρίψουμε, να στρίψομενα στριφτώνα στριφτούμε
να στρίψειςνα στρίψετενα στριφτείςνα στριφτείτε
να στρίψεινα στρίψουν(ε)να στριφτείνα στριφτούν(ε)
Perfνα έχω στρίψει
να έχω στριμμένο
να έχουμε στρίψει
να έχουμε στριμμένο
να έχω στριφτεί
να είμαι στριμμένος, -η
να έχουμε στριφτεί
να είμαστε στριμμένοι, -ες
να έχεις στρίψει
να έχεις στριμμένο
να έχετε στρίψει
να έχετε στριμμένο
να έχεις στριφτεί
να είσαι στριμμένος, -η
να έχετε στριφτεί
να είστε στριμμένοι, -ες
να έχει στρίψει
να έχει στριμμένο
να έχουν στρίψει
να έχουν στριμμένο
να έχει στριφτεί
να είναι στριμμένος, -η, -ο
να έχουν στριφτεί
να είναι στριμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστρίβεστρίβετεστρίβεστε
Aoristστρίψεστρίψτε, στρίφτεστρίψουστριφτείτε
Part
izip
Presστρίβοντας
Perfέχοντας στρίψει, έχοντας στριμμένοστριμμένος, -η, -οστριμμένοι, -ες, -α
InfinAoristστρίψειστριφτεί






Griechische Definition zu στρίβω

στρίβω [strívo] -ομαι στις σημ. 2, 3 : 1α.αλλάζω κατεύθυνση ή μέτωπο: Ο δρόμος στρίβει δεξιά. Στο επόμενο στενό στρίψε αριστερά. Έστριψαν στη / τη γωνία και χάθηκαν. β. εκτελώ περιστροφική κίνηση: Tο υδραυλι κό τιμόνι στρίβει πολύ εύκολα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στρίβω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15