στερεός -ά -ή -ό Adj.  [stereos -a -i -o, stereos -a -h -o]

  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

  • στερεός (maskulin)
  • στερεά (feminin)
  • στερεή (neutrum)


Griechische Definition zu στερεός -ά -ή -ό

στέρεος -η / -α -ο [stéreos] : που η σύσταση ή η κατασκευή του είναι τέτοια, ώστε να αντέχει σε εξωτερικές επιδράσεις (χρήση, καιρικές συνθήκες κτλ.) και γενικά να είναι σταθερός, ανθεκτικός κτλ.· στερεός2: H στέγη / η γέφυρα δεν είναι αρκετά στέρεη. Tο έδαφος δεν είναι αρκετά στέρεο. || (επέκτ., για αφηρ. έννοια) που είναι σταθερός, που δε μετακινείται από τις θέσεις του ή παραμένει πιστός και δεν αλλάζει εύκολα στάση απέναντι σε καταστάσεις, σε ανθρώπους κτλ.: Στέρεη γνώμη. || Στέρεη απόφαση / φιλία. Στέρεα επιχειρήματα. στέρεα ΕΠIΡΡ.

[< στερεός με μετακ. τόνου κατά το στέριος]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback