στεγνώνω  Verb  [stegnono, sternono, stegnwnw]

Ähnliche Bedeutung wie στεγνώνω


Beispielsätze στεγνώνω

... πάνω σε πέτρα (πορώδη σβεστόλιθο) ή πλάκα τσίγγου και στην συνέχεια στεγνώνεται. Όταν το νερό τρέξει στις επιφάνειες που έχουν σχεδιαστεί, το λιπαρό ...

... σε μπικουτί, ενώ συγκρατούνται με τσιμπιδάκι. Κατόπιν στεγνώνονται με πιστολάκι, η στεγνώνουν μόνα τους. Η χρήση των μπικουτί ξεκίνησε από την δεκαετία ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze trocknen

... Sie wollten Schnee hinter dem Ofen trocknen und dann als Salz verkaufen. ...

... Eine Träne zu trocknen ist ehrenvoller als Ströme von Blut zu vergießen. ...

... Die Einsicht aber ist nicht trocknen Lichts, sondern vom Willen und den Affekten beeinflusst. ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik


ΣΤΕΓΝΩΝΩ
I dry
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στεγνώνωστεγνώνουμε, στεγνώνομε
στεγνώνειςστεγνώνετε
στεγνώνειστεγνώνουν(ε)
Imper
fekt
στέγνωναστεγνώναμε
στέγνωνεςστεγνώνατε
στέγνωνεστέγνωναν, στεγνώναν(ε)
Aoristστέγνωσαστεγνώσαμε
στέγνωσεςστεγνώσατε
στέγνωσεστέγνωσαν, στεγνώσαν(ε)
Per
fect
έχω στεγνώσει
έχω στεγνωμένο
έχουμε στεγνώσει
έχουμε στεγνωμένο
έχεις στεγνώσει
έχεις στεγνωμένο
έχετε στεγνώσει
έχετε στεγνωμένο
έχει στεγνώσει
έχει στεγνωμένο
έχουν στεγνώσει
έχουν στεγνωμένο
Plu
per
fect
είχα στεγνώσει
είχα στεγνωμένο
είχαμε στεγνώσει
είχαμε στεγνωμένο
είχες στεγνώσει
είχες στεγνωμένο
είχατε στεγνώσει
είχατε στεγνωμένο
είχε στεγνώσει
είχε στεγνωμένο
είχαν στεγνώσει
είχαν στεγνωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στεγνώνωθα στεγνώνουμε, θα στεγνώνομε
θα στεγνώνειςθα στεγνώνετε
θα στεγνώνειθα στεγνώνουν(ε)
Fut
ur
θα στεγνώσωθα στεγνώσουμε, θα στεγνώσομε
θα στεγνώσειςθα στεγνώσετε
θα στεγνώσειθα στεγνώσουν
Fut
ur II
θα έχω στεγνώσει
θα έχω στεγνωμένο
θα έχουμε στεγνώσει
θα έχουμε στεγνωμένο
θα έχεις στεγνώσει
θα έχεις στεγνωμένο
θα έχετε στεγνώσει
θα έχετε στεγνωμένο
θα έχει στεγνώσει
θα έχει στεγνωμένο
θα έχουν στεγνώσει
θα έχουν στεγνωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στεγνώνωνα στεγνώνουμε, να στεγνώνομε
να στεγνώνειςνα στεγνώνετε
να στεγνώνεινα στεγνώνουν(ε)
Aoristνα στεγνώσωνα στεγνώσουμε, να στεγνώσομε
να στεγνώσειςνα στεγνώσετε
να στεγνώσεινα στεγνώσουν(ε)
Perfνα έχω στεγνώσει
να έχω στεγνωμένο
να έχουμε στεγνώσει
να έχουμε στεγνωμένο
να έχεις στεγνώσει
να έχεις στεγνωμένο
να έχετε στεγνώσει
να έχετε στεγνωμένο
να έχει στεγνώσει
να έχει στεγνωμένο
να έχουν στεγνώσει
να έχουν στεγνωμένο
Imper
ativ
Presστέγνωνεστεγνώνετε
Aoristστέγνωσεστεγνώστε, στεγνώσετε
Part
izip
Presστεγνώνοντας
Perfέχοντας στεγνώσει, έχοντας στεγνωμένο
InfinAoristστεγνώσει






Griechische Definition zu στεγνώνω

στεγνώνω [steγnóno] Ρ1α μππ. στεγνωμένος : 1. (για κτ. βρεγμένο) α. το κάνω στεγνό αφαιρώντας του το νερό, την υγρασία: Nα στεγνώνετε τα μαλλιά σας μετά το λούσιμο. β. γίνομαι στεγνός: Aπλώνει τα πλυμένα ρούχα για να στεγνώσουν. || Πρόσεχε, γιατί η λαδομπογιά στον τοίχο δε στέγνωσε ακόμα. Στέγνωσαν τα μάτια, δεν μπορούν να βγάλουν άλλα δάκρυα. || ξηραίνομαι, λόγω απουσίας νερού: Στέγνωσε το πηγάδι / το ποτάμι, δεν έχει καθόλου νερό. || ξηραίνομαι, λόγω απουσίας των φυσιολογικών υγρών του οργανισμού: Στέγνωσε το στόμα / τα χείλη / ο λαιμός μου, από δίψα ή άλλη αιτία. Στέγνωσε το σάλιο μου. || Στεγνώνει ένα φυτό, ξηραίνεται, φεύγουν οι χυμοί του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στεγνώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15