στεγάζω Verb  [stegazo, sterazo, stegazw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu στεγάζω

στεγάζω altgriechisch στεγάζω στέγη


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu στεγάζω

στεγάζω [steγázo] -ομαι : 1. τοποθετώ στέγη σε ένα χώρο, τον σκεπάζω με στέγη: Στεγασμένος χώρος. Στεγασμένος εξώστης. Στεγασμένο θέατρο / πάρκιγκ. 2. προσφέρω στέγη σε κπ., του δίνω: α. σπίτι ή άλλον κατάλληλο χώρο για να κατοικήσει προσωρινά ή μόνιμα: H κυβέρνηση θα στεγάσει τους πρόσφυγες σε δημόσια κτίρια. Στο οικοτροφείο αυτό στεγάζονται πεντακόσιοι φοιτητές. β. χώρο, συνήθ. κλειστό, για άσκηση άλλων δραστηριοτήτων: Στο σχολείο αυτό στεγάζονται χίλιοι μαθητές σε δυο βάρδιες. Ψάχνουν σπίτι για να στεγάσουν τον έρωτά τους. 3. (μτφ.) δίνω σε κπ. τη δυνατότητα να προστατευτεί από κτ., να ενταχθεί κάπου, να δράσει: Tο περιοδικό αυτό κατά καιρούς έχει στεγάσει μεγάλους λογοτέχνες. Πολιτικοί που στεγάζονται στο ίδιο κόμμα.

[λόγ. < αρχ. στεγάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback