σπέρνω  Verb  [sperno, spernw]

Ähnliche Bedeutung wie σπέρνω


Beispielsätze σπέρνω

... Άρη. Παριστάνεται συνήθως να κουτσαίνει ή να καμπουριάζει, εκτός όταν σπέρνει τα ζιζάνια, οπότε ομορφαίνει και παίρνει καλό παρουσιαστικό, όπως μας λέει ...

... ήττα της τελευταίας αξιόπιστης παγανιστικής δύναμης στην Αγγλία. Επίσης σπέρνει τους σπόρους που θα οδηγήσουν στην αγγλοσαξονική αποδοχή της Καθολικής ...

... βρώμη, καθώς και η σίκαλη. Γενικά τα δημητριακά είναι μονοετή φυτά που σπέρνονται και θερίζονται μέσα σε ένα χρόνο. Σύμφωνα με πρόσφατες ανακαλύψεις, η ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze säen

... Bauern säen das Saatgut im Frühjahr aus. ...

... Die Dummen braucht man weder zu pflanzen noch zu säen - sie wachsen von ganz alleine. ...

... Denn sie säen Wind und sie ernten Sturm. Halme ohne Ähren bringen kein Mehl. Und wenn sie es bringen, verschlingen es Fremde. ...

Quelle: Espi, Esperantostern, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΣΠΕΡΝΩ
I sow
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σπέρνωσπέρνουμε, σπέρνομεσπέρνομαισπερνόμαστε
σπέρνειςσπέρνετεσπέρνεσαισπέρνεστε, σπερνόσαστε
σπέρνεισπέρνουν(ε)σπέρνεταισπέρνονται
Imper
fekt
έσπερνασπέρναμεσπερνόμουν(α)σπερνόμαστε, σπερνόμασταν
έσπερνεςσπέρνατεσπερνόσουν(α)σπερνόσαστε, σπερνόσασταν
έσπερνεέσπερναν, σπέρναν(ε)σπερνόταν(ε)σπέρνονταν, σπερνόντανε, σπερνόντουσαν
Aoristέσπειρασπείραμεσπάρθηκασπαρθήκαμε
έσπειρεςσπείρατεσπάρθηκεςσπαρθήκατε
έσπειρεέσπειραν, σπείραν(ε)σπάρθηκεσπάρθηκαν, σπαρθήκαν(ε)
Per
fect
έχω σπείρει
έχω σπαρμένο
έχουμε σπείρει
έχουμε σπαρμένο
έχω σπαρθεί
είμαι σπαρμένος, -η
έχουμε σπαρθεί
είμαστε σπαρμένοι, -ες
έχεις σπείρει
έχεις σπαρμένο
έχετε σπείρει
έχετε σπαρμένο
έχεις σπαρθεί
είσαι σπαρμένος, -η
έχετε σπαρθεί
είστε σπαρμένοι, -ες
έχει σπείρει
έχει σπαρμένο
έχουν σπείρει
έχουν σπαρμένο
έχει σπαρθεί
είναι σπαρμένος, -η, -ο
έχουν σπαρθεί
είναι σπαρμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σπείρει
είχα σπαρμένο
είχαμε σπείρει
είχαμε σπαρμένο
είχα σπαρθεί
ήμουν σπαρμένος, -η
είχαμε σπαρθεί
ήμαστε σπαρμένοι, -ες
είχες σπείρει
είχες σπαρμένο
είχατε σπείρει
είχατε σπαρμένο
είχες σπαρθεί
ήσουν σπαρμένος, -η
είχατε σπαρθεί
ήσαστε σπαρμένοι, -ες
είχε σπείρει
είχε σπαρμένο
είχαν σπείρει
είχαν σπαρμένο
είχε σπαρθεί
ήταν σπαρμένος, -η, -ο
είχαν σπαρθεί
ήταν σπαρμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σπέρνωθα σπέρνουμε, θα σπέρνομεθα σπέρνομαιθα σπερνόμαστε
θα σπέρνειςθα σπέρνετεθα σπέρνεσαιθα σπέρνεστε, θα σπερνόσαστε
θα σπέρνειθα σπέρνουν(ε)θα σπέρνεταιθα σπέρνονται
Fut
ur
θα σπείρωθα σπείρουμε, θα σπείρομεθα σπαρθώθα σπαρθούμε
θα σπείρειςθα σπείρετεθα σπαρθείςθα σπαρθείτε
θα σπείρειθα σπείρουν(ε)θα σπαρθείθα σπαρθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σπείρει
θα έχω σπαρμένο
θα έχουμε σπείρει
θα έχουμε σπαρμένο
θα έχω σπαρθεί
θα είμαι σπαρμένος, -η
θα έχουμε σπαρθεί
θα είμαστε σπαρμένοι, -ες
θα έχεις σπείρει
θα έχεις σπαρμένο
θα έχετε σπείρει
θα έχετε σπαρμένο
θα έχεις σπαρθεί
θα είσαι σπαρμένος, -η
θα έχετε σπαρθεί
θα είστε σπαρμένοι, -ες
θα έχει σπείρει
θα έχει σπαρμένο
θα έχουν σπείρει
θα έχουν σπαρμένο
θα έχει σπαρθεί
θα είναι σπαρμένος, -η, -ο
θα έχουν σπαρθεί
θα είναι σπαρμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σπέρνωνα σπέρνουμε, να σπέρνομενα σπέρνομαινα σπερνόμαστε
να σπέρνειςνα σπέρνετενα σπέρνεσαινα σπέρνεστε, να σπερνόσαστε
να σπέρνεινα σπέρνουν(ε)να σπέρνεταινα σπέρνονται
Aoristνα σπείρωνα σπείρουμε, να σπείρομενα σπαρθώνα σπαρθούμε
να σπείρειςνα σπείρετενα σπαρθείςνα σπαρθείτε
να σπείρεινα σπείρουν(ε)να σπαρθείνα σπαρθούν(ε)
Perfνα έχω σπείρει
να έχω σπαρμένο
να έχουμε σπείρει
να έχουμε σπαρμένο
να έχω σπαρθεί
να είμαι σπαρμένος, -η
να έχουμε σπαρθεί
να είμαστε σπαρμένοι, -ες
να έχεις σπείρει
να έχεις σπαρμένο
να έχετε σπείρει
να έχετε σπαρμένο
να έχεις σπαρθεί
να είσαι σπαρμένος, -η
να έχετε σπαρθεί
να είστε σπαρμένοι, -ες
να έχει σπείρει
να έχει σπαρμένο
να έχουν σπείρει
να έχουν σπαρμένο
να έχει σπαρθεί
να είναι σπαρμένος, -η, -ο
να έχουν σπαρθεί
να είναι σπαρμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσπέρνεσπέρνετεσπέρνεστε
Aoristσπείρεσπείρετε, σπείρτεσπάρσουσπαρθείτε
Part
izip
Presσπέρνοντας
Perfέχοντας σπείρει, έχοντας σπαρμένοσπαρμένος, -η, -οσπαρμένοι, -ες, -α
InfinAoristσπείρεισπαρθεί



Person Wortform
Präsens ich säe
du säst
er, sie, es sät
Präteritum ich säte
Konjunktiv II ich säte
Imperativ Singular !
säe!
Plural sät!
säet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gesät haben
Alle weiteren Formen: Flexion:säen


Griechische Definition zu σπέρνω

σπέρνω [spérno] -ομαι Ρ αόρ. έσπειρα, απαρέμφ. σπείρει, παθ. αόρ. σπάρθη κα, απαρέμφ. σπαρθεί και σπαρεί, μππ. σπαρμένος : 1. σκορπίζω στην επιφάνεια ή τοποθετώ μέσα στη γη σπόρους, ύστερα από ειδική προετοιμασία του εδάφους, για να βλαστήσουν: σπέρνω σιτάρι / κριθάρι / κουκιά / τριφύλ λι. ΠAΡ Tι κάνεις Γιάννη*; - Kουκιά σπέρνω. Όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες, ανεύθυνες, απρόσεχτες και παρακινδυνευμένες πράξεις μπορεί να έχουν ολέθρια αποτελέσματα. Ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις, η ανταμοιβή των κόπων σου θα είναι ανάλογη προς τις πράξεις ή τις προσπάθειές σου. ΦΡ σπέρνω ζιζάνια* (σε κάποιους). φυτρώνει* (κάποιος) εκεί που δεν τον σπέρνουν. || σπέρνω ένα χωράφι με βρόμη. Xωράφι σπαρμένο (με) βρόμη. Οι αγροί ήταν σπαρμένοι με / από παπαρούνες, γεμάτοι από παπαρούνες, σαν να τους είχαν σπείρει με παπαρούνες και μτφ.: Ο δρόμος ήταν σπαρμένος με σπασμένα γυαλιά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σπέρνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15