σαπουνίζω  Verb  [sapunizo, sapoynizw]

Ähnliche Bedeutung wie σαπουνίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze einseifen

... „Car Wash“ zum Gegenstand, bei dem mit Bikinis bekleidete Frauen Autos einseifen und waschen. Oft enthalten die Filme auch sogenannte „Dreier“-Szenen. ...

... Rasiercremes werden vor der Rasur auf die zuvor gewaschene Haut aufgetragen, das Einseifen mit einem Rasierpinsel fällt also weg. Die Rasiercreme verhindert das ...

... Hause kommen, ist das gesamte Bad von Robben bevölkert, die sich eifrig einseifen und abschrubben. Micky und der Seehund kam am 3. Dezember 1948 als Teil ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΑΠΟΥΝΙΖΩ
I soap
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σαπουνίζωσαπουνίζουμε, σαπουνίζομεσαπουνίζομαισαπουνιζόμαστε
σαπουνίζειςσαπουνίζετεσαπουνίζεσαισαπουνίζεστε, σαπουνιζόσαστε
σαπουνίζεισαπουνίζουν(ε)σαπουνίζεταισαπουνίζονται
Imper
fekt
σαπούνιζασαπουνίζαμεσαπουνιζόμουν(α)σαπουνιζόμαστε, σαπουνιζόμασταν
σαπούνιζεςσαπουνίζατεσαπουνιζόσουν(α)σαπουνιζόσαστε, σαπουνιζόσασταν
σαπούνιζεσαπούνιζαν, σαπουνίζαν(ε)σαπουνιζόταν(ε)σαπουνίζονταν, σαπουνιζόντανε, σαπουνιζόντουσαν
Aoristσαπούνισασαπουνίσαμεσαπουνίστηκασαπουνιστήκαμε
σαπούνισεςσαπουνίσατεσαπουνίστηκεςσαπουνιστήκατε
σαπούνισεσαπούνισαν, σαπουνίσαν(ε)σαπουνίστηκεσαπουνίστηκαν, σαπουνιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σαπουνίσει
έχω σαπουνισμένο
έχουμε σαπουνίσει
έχουμε σαπουνισμένο
έχω σαπουνιστεί
είμαι σαπουνισμένος, -η
έχουμε σαπουνιστεί
είμαστε σαπουνισμένοι, -ες
έχεις σαπουνίσει
έχεις σαπουνισμένο
έχετε σαπουνίσει
έχετε σαπουνισμένο
έχεις σαπουνιστεί
είσαι σαπουνισμένος, -η
έχετε σαπουνιστεί
είστε σαπουνισμένοι, -ες
έχει σαπουνίσει
έχει σαπουνισμένο
έχουν σαπουνίσει
έχουν σαπουνισμένο
έχει σαπουνιστεί
είναι σαπουνισμένος, -η, -ο
έχουν σαπουνιστεί
είναι σαπουνισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σαπουνίσει
είχα σαπουνισμένο
είχαμε σαπουνίσει
είχαμε σαπουνισμένο
είχα σαπουνιστεί
ήμουν σαπουνισμένος, -η
είχαμε σαπουνιστεί
ήμαστε σαπουνισμένοι, -ες
είχες σαπουνίσει
είχες σαπουνισμένο
είχατε σαπουνίσει
είχατε σαπουνισμένο
είχες σαπουνιστεί
ήσουν σαπουνισμένος, -η
είχατε σαπουνιστεί
ήσαστε σαπουνισμένοι, -ες
είχε σαπουνίσει
είχε σαπουνισμένο
είχαν σαπουνίσει
είχαν σαπουνισμένο
είχε σαπουνιστεί
ήταν σαπουνισμένος, -η, -ο
είχαν σαπουνιστεί
ήταν σαπουνισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σαπουνίζωθα σαπουνίζουμε, θα σαπουνίζομεθα σαπουνίζομαιθα σαπουνιζόμαστε
θα σαπουνίζειςθα σαπουνίζετεθα σαπουνίζεσαιθα σαπουνίζεστε, θα σαπουνιζόσαστε
θα σαπουνίζειθα σαπουνίζουν(ε)θα σαπουνίζεταιθα σαπουνίζονται
Fut
ur
θα σαπουνίσωθα σαπουνίσουμε, θα σαπουνίζομεθα σαπουνιστώθα σαπουνιστούμε
θα σαπουνίσειςθα σαπουνίσετεθα σαπουνιστείςθα σαπουνιστείτε
θα σαπουνίσειθα σαπουνίσουν(ε)θα σαπουνιστείθα σαπουνιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σαπουνίσει
θα έχω σαπουνισμένο
θα έχουμε σαπουνίσει
θα έχουμε σαπουνισμένο
θα έχω σαπουνιστεί
θα είμαι σαπουνισμένος, -η
θα έχουμε σαπουνιστεί
θα είμαστε σαπουνισμένοι, -ες
θα έχεις σαπουνίσει
θα έχεις σαπουνισμένο
θα έχετε σαπουνίσει
θα έχετε σαπουνισμένο
θα έχεις σαπουνιστεί
θα είσαι σαπουνισμένος, -η
θα έχετε σαπουνιστεί
θα είστε σαπουνισμένοι, -ες
θα έχει σαπουνίσει
θα έχει σαπουνισμένο
θα έχουν σαπουνίσει
θα έχουν σαπουνισμένο
θα έχει σαπουνιστεί
θα είναι σαπουνισμένος, -η, -ο
θα έχουν σαπουνιστεί
θα είναι σαπουνισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σαπουνίζωνα σαπουνίζουμε, να σαπουνίζομενα σαπουνίζομαινα σαπουνιζόμαστε
να σαπουνίζειςνα σαπουνίζετενα σαπουνίζεσαινα σαπουνίζεστε, να σαπουνιζόσαστε
να σαπουνίζεινα σαπουνίζουν(ε)να σαπουνίζεταινα σαπουνίζονται
Aoristνα σαπουνίσωνα σαπουνίσουμε, να σαπουνίσομενα σαπουνιστώνα σαπουνιστούμε
να σαπουνίσειςνα σαπουνίσετενα σαπουνιστείςνα σαπουνιστείτε
να σαπουνίσεινα σαπουνίσουν(ε)να σαπουνιστείνα σαπουνιστούν(ε)
Perfνα έχω σαπουνίσει
να έχω σαπουνισμένο
να έχουμε σαπουνίσει
να έχουμε σαπουνισμένο
να έχω σαπουνιστεί
να είμαι σαπουνισμένος, -η
να έχουμε σαπουνιστεί
να είμαστε σαπουνισμένοι, -ες
να έχεις σαπουνίσει
να έχεις σαπουνισμένο
να έχετε σαπουνίσει
να έχετε σαπουνισμένο
να έχεις σαπουνιστεί
να είσαι σαπουνισμένος, -η
να έχετε σαπουνιστεί
να είστε σαπουνισμένοι, -ες
να έχει σαπουνίσει
να έχει σαπουνισμένο
να έχουν σαπουνίσει
να έχουν σαπουνισμένο
να έχει σαπουνιστεί
να είναι σαπουνισμένος, -η, -ο
να έχουν σαπουνιστεί
να είναι σαπουνισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσαπούνιζεσαπουνίζετεσαπουνίζεστε
Aoristσαπούνισεσαπουνίστεσαπουνίσουσαπουνιστείτε
Part
izip
Presσαπουνίζονταςσαπουνιζόμενος
Perfέχοντας σαπουνίσει, έχοντας σαπουνισμένοσαπουνισμένος, -η, -οσαπουνισμένοι, -ες, -α
InfinAoristσαπουνίσεισαπουνιστεί




Griechische Definition zu σαπουνίζω

σαπουνίζω [sapunízo] -ομαι : πλένω κτ. τρίβοντάς το με σαπούνι: σαπουνίζω τα ρούχα / το πρόσωπο. Nα σαπουνίσεις τα χέρια σου. Σαπουνίστηκες καλά;

[μσν. σαπωνίζω < σαπών(ιον) -ίζω ( [o > u] κατά το σαπώνιον > σαπούνι)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σαπουνίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15