{το}  σάλιο Subst.  [salio]

{der}    Subst.
(155)
{die}  
Spucke (ugs.)
  Subst.
(68)
{der}    Subst.
(1)

Etymologie zu σάλιο

σάλιο mittelgriechisch σάλιον altgriechisch σίαλον


GriechischDeutsch
απόκριση σε δοκιμασία για ειδικά αντισώματα (IgG) κατά του ιού της ερυθράς σε ορό ή σάλιο.Rubella-Virus-spezifische Antikörperreaktion (IgG) im Serum oder Speichel

Übersetzung bestätigt

απόκριση σε δοκιμασία για ειδικά αντισώματα κατά του ιού της παρωτίτιδας χαρακτηριστική για οξεία λοίμωξη στον ορό ή το σάλιο.für eine akute Infektion charakteristische Mumpsvirus-spezifische Antikörperreaktion in Serum oder Speichel

Übersetzung bestätigt

απόκριση σε δοκιμασία για ειδικά αντισώματα κατά του ιού της ιλαράς χαρακτηριστική για οξεία λοίμωξη σε ορό ή σάλιο,für eine akute Infektion charakteristische Masernvirus-spezifische Antikörperreaktion in Serum oder Speichel

Übersetzung bestätigt

απόκριση σε δοκιμή για ειδικά αντισώματα κατά του ιού της ιλαράς χαρακτηριστική για οξεία λοίμωξη σε ορό ή σάλιο,für eine akute Infektion charakteristische Masernvirus-spezifische Antikörperreaktion in Serum oder Speichel;

Übersetzung bestätigt

απόκριση σε δοκιμασία για ειδικά αντισώματα κατά του ιού της παρωτίτιδας χαρακτηριστική για οξεία λοίμωξη στον ορό ή το σάλιο.für eine akute Infektion charakteristische Mumpsvirus-spezifische Antikörperreaktion in Serum oder Speichel.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
σίελος
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu σάλιο

σάλιο το [sálo] : υγρό άχρωμο και κολλώδες που εκκρίνεται μέσα στην κοιλότητα του στόματος από ειδικούς αδένες, τους σιελογόνους και διευκολύνη την κατάποση της τροφής: Kαταπίνω το σάλιο μου. Στέγνωσε το σάλιο μου. (έκφρ.) κολλημένο με το σάλιο, κολλημένο πολύ πρόχειρα. πλένομαι με το σάλιο μου, για μεγάλη έλλειψη νερού. ΦΡ τρέχουν τα σάλια μου / μου τρέχουν / μου πέφτουν τα σάλια, έντονη επιθυμία για φαγητό ή πολύ μεγάλη λαχτάρα για κτ. ή για κπ. δεν υπάρχει σάλιο, δεν υπάρχει δραχμή ή γενικά για παντελή έλλειψη ενός πράγματος. μύξες* και σάλια.

[μσν. σάλιον < *σιάλιον (αποβ. του ημιφ. ανάμεσα σε [s] και φων., σύγκρ. διακόσια > διακόσα) υποκορ. του αρχ. σίαλον]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback