πρόστυχος -η -ο Adj.  [prostichos -i -o, prostyxos -h -o]

  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

  • πρόστυχος (maskulin)
  • πρόστυχη (feminin)
  • πρόστυχο (neutrum)


Griechische Definition zu πρόστυχος -η -ο

πρόστυχος -η -ο [próstixos] : 1. για άνθρωπο που βρίσκεται σε πολύ χαμηλό ηθικό επίπεδο, που είναι χυδαίος. α2. για κπ. του οποίου η σεξουαλική συμπεριφορά ξεπερνά τα όρια του κοινωνικά αποδεκτού. || (ως ουσ., παρωχ.) η πρόστυχη, πόρνη. β1. για ενέργεια ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από χυδαιότητα, από έλλειψη ευπρέπειας και σεβασμού για την προσωπικότητα των άλλων: Aυτό που μου έκανε ήταν πολύ πρόστυχο, προστυχιάβ. β2. για κτ. που θεωρείται ανήθικο, στο σεξουαλικό τομέα· άσεμνος·: Πρόστυχα αστεία. Πρόστυχα λόγια, προστυχόλογα. Πρόστυχες χειρονομίες. Πρόστυχο ντύσιμο. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback