πριονίζω  Verb  [prionizo, prionizw]

Ähnliche Bedeutung wie πριονίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze absägen

... Absage bezeichnet drei unterschiedliche Gegebenheiten: Eine Absage ist eine Mitteilung, dass eine vorher getroffene Vereinbarung für ein in Zukunft stattfindendes ...

... 2018, abgerufen am 25. Mai 2018.  Florian Goosmann: French Open: Nächste Absage - auch Hyeon Chung gibt Aus für Paris bekannt. In: spox.com. 25. Mai 2018 ...

... Band selbst distanziert sich von Extremismus jeglicher Art, so auch in der Absage an jede flüchtlingsfeindliche Position und an Fans, die solche Positionen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΡΙΟΝΙΖΩ
I saw
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πριονίζωπριονίζουμε, πριονίζομεπριονίζομαιπριονιζόμαστε
πριονίζειςπριονίζετεπριονίζεσαιπριονίζεστε, πριονιζόσαστε
πριονίζειπριονίζουν(ε)πριονίζεταιπριονίζονται
Imper
fekt
πριόνιζαπριονίζαμεπριονιζόμουν(α)πριονιζόμαστε, πριονιζόμασταν
πριόνιζεςπριονίζατεπριονιζόσουν(α)πριονιζόσαστε, πριονιζόσασταν
πριόνιζεπριόνιζαν, πριονίζαν(ε)πριονιζόταν(ε)πριονίζονταν, πριονιζόντανε, πριονιζόντουσαν
Aoristπριόνισαπριονίσαμεπριονίστηκαπριονιστήκαμε
πριόνισεςπριονίσατεπριονίστηκεςπριονιστήκατε
πριόνισεπριόνισαν, πριονίσαν(ε)πριονίστηκεπριονίστηκαν, πριονιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω πριονίσει
έχω πριονισμένο
έχουμε πριονίσει
έχουμε πριονισμένο
έχω πριονιστεί
είμαι πριονισμένος, -η
έχουμε πριονιστεί
είμαστε πριονισμένοι, -ες
έχεις πριονίσει
έχεις πριονισμένο
έχετε πριονίσει
έχετε πριονισμένο
έχεις πριονιστεί
είσαι πριονισμένος, -η
έχετε πριονιστεί
είστε πριονισμένοι, -ες
έχει πριονίσει
έχει πριονισμένο
έχουν πριονίσει
έχουν πριονισμένο
έχει πριονιστεί
είναι πριονισμένος, -η, -ο
έχουν πριονιστεί
είναι πριονισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα πριονίσει
είχα πριονισμένο
είχαμε πριονίσει
είχαμε πριονισμένο
είχα πριονιστεί
ήμουν πριονισμένος, -η
είχαμε πριονιστεί
ήμαστε πριονισμένοι, -ες
είχες πριονίσει
είχες πριονισμένο
είχατε πριονίσει
είχατε πριονισμένο
είχες πριονιστεί
ήσουν πριονισμένος, -η
είχατε πριονιστεί
ήσαστε πριονισμένοι, -ες
είχε πριονίσει
είχε πριονισμένο
είχαν πριονίσει
είχαν πριονισμένο
είχε πριονιστεί
ήταν πριονισμένος, -η, -ο
είχαν πριονιστεί
ήταν πριονισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πριονίζωθα πριονίζουμε, θα πριονίζομεθα πριονίζομαιθα πριονιζόμαστε
θα πριονίζειςθα πριονίζετεθα πριονίζεσαιθα πριονίζεστε, θα πριονιζόσαστε
θα πριονίζειθα πριονίζουν(ε)θα πριονίζεταιθα πριονίζονται
Fut
ur
θα πριονίσωθα πριονίσουμε, θα πριονίζομεθα πριονιστώθα πριονιστούμε
θα πριονίσειςθα πριονίσετεθα πριονιστείςθα πριονιστείτε
θα πριονίσειθα πριονίσουν(ε)θα πριονιστείθα πριονιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πριονίσει
θα έχω πριονισμένο
θα έχουμε πριονίσει
θα έχουμε πριονισμένο
θα έχω πριονιστεί
θα είμαι πριονισμένος, -η
θα έχουμε πριονιστεί
θα είμαστε πριονισμένοι, -ες
θα έχεις πριονίσει
θα έχεις πριονισμένο
θα έχετε πριονίσει
θα έχετε πριονισμένο
θα έχεις πριονιστεί
θα είσαι πριονισμένος, -η
θα έχετε πριονιστεί
θα είστε πριονισμένοι, -ες
θα έχει πριονίσει
θα έχει πριονισμένο
θα έχουν πριονίσει
θα έχουν πριονισμένο
θα έχει πριονιστεί
θα είναι πριονισμένος, -η, -ο
θα έχουν πριονιστεί
θα είναι πριονισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πριονίζωνα πριονίζουμε, να πριονίζομενα πριονίζομαινα πριονιζόμαστε
να πριονίζειςνα πριονίζετενα πριονίζεσαινα πριονίζεστε, να πριονιζόσαστε
να πριονίζεινα πριονίζουν(ε)να πριονίζεταινα πριονίζονται
Aoristνα πριονίσωνα πριονίσουμε, να πριονίσομενα πριονιστώνα πριονιστούμε
να πριονίσειςνα πριονίσετενα πριονιστείςνα πριονιστείτε
να πριονίσεινα πριονίσουν(ε)να πριονιστείνα πριονιστούν(ε)
Perfνα έχω πριονίσει
να έχω πριονισμένο
να έχουμε πριονίσει
να έχουμε πριονισμένο
να έχω πριονιστεί
να είμαι πριονισμένος, -η
να έχουμε πριονιστεί
να είμαστε πριονισμένοι, -ες
να έχεις πριονίσει
να έχεις πριονισμένο
να έχετε πριονίσει
να έχετε πριονισμένο
να έχεις πριονιστεί
να είσαι πριονισμένος, -η
να έχετε πριονιστεί
να είστε πριονισμένοι, -ες
να έχει πριονίσει
να έχει πριονισμένο
να έχουν πριονίσει
να έχουν πριονισμένο
να έχει πριονιστεί
να είναι πριονισμένος, -η, -ο
να έχουν πριονιστεί
να είναι πριονισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπριόνιζεπριονίζετεπριονίζεστε
Aoristπριόνισεπριονίστεπριονίσουπριονιστείτε
Part
izip
Presπριονίζονταςπριονιζόμενος
Perfέχοντας πριονίσει, έχοντας πριονισμένοπριονισμένος, -η, -οπριονισμένοι, -ες, -α
InfinAoristπριονίσειπριονιστεί




Griechische Definition zu πριονίζω

πριονίζω [prionízo] -ομαι : 1. κόβω κτ., δουλεύω με πριόνι: Πριόνισε τα κάγκελα του κελιού και απόδρασε από τη φυλακή. Aπ΄ το πρωί πριονίζει στο εργαστήριο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πριονίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15