πρήζω  Verb  [prizo, prhzw]

Ähnliche Bedeutung wie πρήζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze πρήζω

... (αδιαφορώ για κάποιον ή κάτι, το αγνοώ), "Μου πρήζει τα αρχίδια κάποιος ή κάτι" ή συντετμημένα "Μου τα πρήζει" (με ταλαιπωρεί, με παιδεύει), "Μου σπάει τα ...

... ανοσοποιητικό σύστημα. Στην αλλεργική υπάρχει έντονη φαγούρα και τα μάτια πρήζονται και κοκκινίζουν. Συνήθως οφείλεται στο περιβάλλον ή από μακιγιάζ και βαφές ...

... ανάπτυξή του. Από τις πρώτες ακόμη εβδομάδες, το στήθος αποκτά όγκο και πρήζεται. Τα οστά της λεκάνης και οι πλευρές ανοίγουν ελαφρώς σιγά-σιγά καθώς το ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze nerven

... Diese zwei Dackel nerven durch ihr ständiges Kläffen. ...

... Dass ich in Deutsch träume, stört mich nicht, aber mich nerven die englischen Untertitel! ...

... Diese unmöglichen Vorschläge nerven mich nur. ...

Quelle: Ole, Esperantostern, Zaghawa

Grammatik


ΠΡΗΖΩ
I swell
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πρήζωπρήζουμε, πρήζομεπρήζομαιπρηζόμαστε
πρήζειςπρήζετεπρήζεσαιπρήζεστε, πρηζόσαστε
πρήζειπρήζουν(ε)πρήζεταιπρήζονται
Imper
fekt
έπρηζαπρήζαμεπρηζόμουν(α)πρηζόμαστε, πρηζόμασταν
έπρηζεςπρήζατεπρηζόσουν(α)πρηζόσαστε, πρηζόσασταν
έπρηζεέπρηζαν, πρήζαν(ε)πρηζόταν(ε)πρήζονταν, πρηζόντανε, πρηζόντουσαν
Aoristέπρηξαπρήξαμεπρήστηκαπρηστήκαμε
έπρηξεςπρήξατεπρήστηκεςπρηστήκατε
έπρηξεέπρηξαν, πρήξαν(ε)πρήστηκεπρήστηκαν, πρηστήκαν(ε)
Per
fect
έχω πρήξει
έχω πρησμένο
έχουμε πρήξει
έχουμε πρησμένο
έχω πρηστεί
είμαι πρησμένος, -η
έχουμε πρηστεί
είμαστε πρησμένοι, -ες
έχεις πρήξει
έχεις πρησμένο
έχετε πρήξει
έχετε πρησμένο
έχεις πρηστεί
είσαι πρησμένος, -η
έχετε πρηστεί
είχε πρησμένοι, -ες
έχει πρήξει
έχει πρησμένο
έχουν πρήξει
έχουν πρησμένο
έχει πρηστεί
είναι πρησμένος, -η, -ο
έχουν πρηστεί
είναι πρησμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα πρήξει
είχα πρησμένο
είχαμε πρήξει
είχαμε πρησμένο
είχα πρηστεί
ήμουν πρησμένος, -η
είχαμε πρηστεί
ήμαστε πρησμένοι, -ες
είχες πρήξει
είχες πρησμένο
είχατε πρήξει
είχατε πρησμένο
είχες πρηστεί
ήσουν πρησμένος, -η
είχατε πρηστεί
ήσαστε πρησμένοι, -ες
είχε πρήξει
είχε πρησμένο
είχαν πρήξει
είχαν πρησμένο
είχε πρηστεί
ήταν πρησμένος, -η, -ο
είχαν πρηστεί
ήταν πρησμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πρήζωθα πρήζουμε, θα πρήζομεθα πρήζομαιθα πρηζόμαστε
θα πρήζειςθα πρήζετεθα πρήζεσαιθα πρήζεστε, θα πρηζόσαστε
θα πρήζειθα πρήζουν(ε)θα πρήζεταιθα πρήζονται
Fut
ur
θα πρήξωθα πρήξουμε, θα πρήξομεθα πρηστώθα πρηστούμε
θα πρήξειςθα πρήξετεθα πρηστείςθα πρηστείτε
θα πρήξειθα πρήξουν(ε)θα πρηστείθα πρηστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πρήξει
θα έχω πρησμένο
θα έχουμε πρήξει
θα έχουμε πρησμένο
θα έχω πρηστεί
θα είμαι πρησμένος, -η
θα έχουμε πρηστεί
θα είμαστε πρησμένοι, -ες
θα έχεις πρήξει
θα έχεις πρησμένο
θα έχετε πρήξει
θα έχετε πρησμένο
θα έχεις πρηστεί
θα είσαι πρησμένος, -η
θα έχετε πρηστεί
θα είχε πρησμένοι, -ες
θα έχει πρήξει
θα έχει πρησμένο
θα έχουν πρήξει
θα έχουν πρησμένο
θα έχει πρηστεί
θα είναι πρησμένος, -η, -ο
θα έχουν πρηστεί
θα είναι πρησμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πρήζωνα πρήζουμε, να πρήζομενα πρήζομαινα πρηζόμαστε
να πρήζειςνα πρήζετενα πρήζεσαινα πρήζεστε, να πρηζόσαστε
να πρήζεινα πρήζουν(ε)να πρήζεταινα πρήζονται
Aoristνα πρήξωνα πρήξουμε, να πρήξομενα πρηστώνα πρηστούμε
να πρήξειςνα πρήξετενα πρηστείςνα πρηστείτε
να πρήξεινα πρήξουν(ε)να πρηστείνα πρηστούν(ε)
Perf να έχω πρήξει
να έχω πρησμένο
να έχουμε πρήξει
να έχουμε πρησμένο
να έχω πρηστεί
να είμαι πρησμένος, -η
να έχουμε πρηστεί
να είμαστε πρησμένοι, -ες
να έχεις πρήξει
να έχεις πρησμένο
να έχετε πρήξει
να έχετε πρησμένο
να έχεις πρηστεί
να είσαι πρησμένος, -η
να έχετε πρηστεί
να είχε πρησμένοι, -ες
να έχει πρήξει
να έχει πρησμένο
να έχουν πρήξει
να έχουν πρησμένο
να έχει πρηστεί
να είναι πρησμένος, -η, -ο
να έχουν πρηστεί
να είναι πρησμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπρήζεπρήζετεπρήζεστε
Aoristπρήξεπρήξτε, πρήστεπρήξουπρηστείτε
Part
izip
Presπρήζοντας
Perfέχοντας πρήξει, έχοντας πρησμένοπρησμένος, -η, -οπρησμένοι, -ες, -α
InfinAoristπρήξειπρηστεί



Person Wortform
Präsens ich nerve
du nervst
er, sie, es nervt
Präteritum ich nervte
Konjunktiv II ich nervte
Imperativ Singular nerve!
Plural nervt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
genervt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:nerven


Griechische Definition zu πρήζω

πρήζω [prízo] -ομαι παθ. αόρ. και πρήστηκα, απαρέμφ. και πρηστεί, μππ. πρησμένος στη σημ. 1 : 1. κάνω κτ. να φουσκώσει, να διογκωθεί, προκαλώ οίδημα: Tου ΄δωσε μια γροθιά και του ΄πρηξε το μάτι. Πρήστηκε το χέρι μου / το πόδι μου. Πρήστηκε ολόκληρος από το τσίμπημα της σφήκας. Tο δόντι της είναι πρησμένο. Πρήστηκε η κοιλιά μου απ΄ το πολύ φαΐ. Είναι σαν πρησμένος απ΄ το πολύ πάχος. Ξύπνησε με τα μάτια πρησμένα από τον ύπνο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πρήζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15