πονάω  

  • Ich habe Schmerzen
    upvotedownvote
  • schmerzen
    upvotedownvote
  • verletzt
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... Ο πόνος είναι η δυσάρεστη αίσθηση που συνήθως προκύπτει από ένα πολύ έντονο ή καταστροφικό σωματικό ερέθισμα. Ο πόνος βιώνεται υποκειμενικά καθώς επηρεάζεται ...

... Ο σταθμός Πον ντε Νεϊγί (Pont de Neuilly) του μετρό Παρισιού είναι σταθμός επί της γραμμής 1. Βρίσκεται στον προαστιακό δήμο του Νεϊγί-συρ-Σεν. Μεταξύ ...

... τις λέξεις οσφύς (μέση) και άλγος (πόνος), ή λουμπάγκο, χαμηλός πόνος στη πλάτη, είναι σύμπτωμα που αφορά κάθε πόνο στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

ponao, ponaw


Deutsche Synonyme zu: πονάω

weh tun wehtun schmerzen außer Gefecht kränklich verletzt nicht gesund gesundheitlich angegriffen siech (veraltet oder landschaftlich) krank arbeitsunfähig (Arbeitsrecht) erkrankt leidend malade malad lädiert verwundet versehrt pikiert gekränkt beleidigt angepiekst eingeschnappt auf den Schlips getreten verärgert schmollend tödlich beleidigt zerrissen zerschunden zerkratzt wund

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15