πολιορκώ  Verb  [poliorko, poliorkw]

Ähnliche Bedeutung wie πολιορκώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze πολιορκώ

... Πτολεμαίο στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Οι θαυμαστές επιδόσεις του στην ανεπιτυχή Πολιορκία της Ρόδου το 305 π.Χ. του κέρδισαν την επωνυμία «ο Πολιορκητής». Κατόπιν ...

... Η Τρίτη πολιορκία του Μεσολογγίου (συχνά αναφέρεται και ως δεύτερη πολιορκία) ήταν ένα από τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης ...

... Η Πολιορκία στα Σάλωνα ήταν πολεμική εμπλοκή της επανάστασης του 1821 με σκοπό την απελευθέρωση των Σαλώνων. Διήρκεσε από την αρχή της Επανάστασης ως ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze belagern

... Belag ist: Fahrbahnbelag, oberste Schicht im Straßenbau Bremsbelag, Reibungschicht des Bremssystems Bodenbelag, im Bauwesen Deckschicht auf dem Boden ...

... Tischtennisschlägers (regional auch Tischtenniskelle genannt) sind Griff, Belag und das Holz des Blattes. Für einen Spieler ist die richtige Wahl des Schlägers ...

... Pilze verursachte Pflanzenkrankheiten, die in der Regel durch einen weißen Belag (Pilzrasen) auf Blattoberflächen in Erscheinung treten. Dabei wird zwischen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΟΛΙΟΡΚΩ
I besiege
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πολιορκώπολιορκούμεπολιορκούμαιπολιορκούμαστε
πολιορκείςπολιορκείτεπολιορκείσαιπολιορκείστε
πολιορκείπολιορκούν(ε)πολιορκείταιπολιορκούνται
Imper
fekt
πολιορκούσαπολιορκούσαμεπολιορκούμουνπολιορκούμαστε
πολιορκούσεςπολιορκούσατε
πολιορκούσεπολιορκούσαν(ε)πολιορκούνταν, πολιορκείτοπολιορκούνταν, πολιορκούντο
Aoristπολιόρκησαπολιορκήσαμεπολιορκήθηκαπολιορκηθήκαμε
πολιόρκησεςπολιορκήσατεπολιορκήθηκεςπολιορκηθήκατε
πολιόρκησεπολιόρκησαν, πολιορκήσαν(ε)πολιορκήθηκεπολιορκήθηκαν, πολιορκηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω πολιορκήσει
έχω πολιορκημένο
έχουμε πολιορκήσει
έχουμε πολιορκημένο
έχω πολιορκηθεί
είμαι πολιορκημένος, -η
έχουμε πολιορκηθεί
είμαστε πολιορκημένοι, -ες
έχεις πολιορκήσει
έχεις πολιορκημένο
έχετε πολιορκήσει
έχετε πολιορκημένο
έχεις πολιορκηθεί
είσαι πολιορκημένος, -η
έχετε πολιορκηθεί
είστε πολιορκημένοι, -ες
έχει πολιορκήσει
έχει πολιορκημένο
έχουν πολιορκήσει
έχουν πολιορκημένο
έχει πολιορκηθεί
είναι πολιορκημένος, -η, -ο
έχουν πολιορκηθεί
είναι πολιορκημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα πολιορκήσει
είχα πολιορκημένο
είχαμε πολιορκήσει
είχαμε πολιορκημένο
είχα πολιορκηθεί
ήμουν πολιορκημένος, -η
είχαμε πολιορκηθεί
ήμαστε πολιορκημένοι, -ες
είχες πολιορκήσει
είχες πολιορκημένο
είχατε πολιορκήσει
είχατε πολιορκημένο
είχες πολιορκηθεί
ήσουν πολιορκημένος, -η
είχατε πολιορκηθεί
ήσαστε πολιορκημένοι, -ες
είχε πολιορκήσει
είχε πολιορκημένο
είχαν πολιορκήσει
είχαν πολιορκημένο
είχε πολιορκηθεί
ήταν πολιορκημένος, -η, -ο
είχαν πολιορκηθεί
ήταν πολιορκημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πολιορκώθα πολιορκούμεθα πολιορκούμαιθα πολιορκούμαστε
θα πολιορκείςθα πολιορκείτεθα πολιορκείσαιθα πολιορκείστε
θα πολιορκείθα πολιορκούν(ε)θα πολιορκείταιθα πολιορκούνται
Fut
ur
θα πολιορκήσωθα πολιορκήσουμεθα πολιορκηθώθα πολιορκηθούμε
θα πολιορκήσειςθα πολιορκήσετεθα πολιορκηθείςθα πολιορκηθείτε
θα πολιορκήσειθα πολιορκήσουν(ε)θα πολιορκηθείθα πολιορκηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πολιορκήσει
θα έχω πολιορκημένο
θα έχουμε πολιορκήσει
θα έχουμε πολιορκημένο
θα έχω πολιορκηθεί
θα είμαι πολιορκημένος, -η
θα έχουμε πολιορκηθεί
θα είμαστε πολιορκημένοι, -ες
θα έχεις πολιορκήσει
θα έχεις πολιορκημένο
θα έχετε πολιορκήσει
θα έχετε πολιορκημένο
θα έχεις πολιορκηθεί
θα είσαι πολιορκημένος, -η
θα έχετε πολιορκηθεί
θα είστε πολιορκημένοι, -η
θα έχει πολιορκήσει
θα έχει πολιορκημένο
θα έχουν πολιορκήσει
θα έχουν πολιορκημένο
θα έχει πολιορκηθεί
θα είναι πολιορκημένος, -η, -ο
θα έχουν πολιορκηθεί
θα είναι πολιορκημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πολιορκώνα πολιορκούμενα πολιορκούμαινα πολιορκούμαστε
να πολιορκείςνα πολιορκείτενα πολιορκείσαινα πολιορκείστε
να πολιορκείνα πολιορκούν(ε)να πολιορκείταινα πολιορκούνται
Aoristνα πολιορκήσωνα πολιορκήσουμε, να πολιορκήσομενα πολιορκηθώνα πολιορκηθούμε
να πολιορκήσειςνα πολιορκήσετενα πολιορκηθείςνα πολιορκηθείτε
να πολιορκήσεινα πολιορκήσουν(ε)να πολιορκηθείνα πολιορκηθούν(ε)
Perfνα έχω πολιορκήσει
να έχω πολιορκημένο
να έχουμε πολιορκήσει
να έχουμε πολιορκημένο
να έχω πολιορκηθεί
να είμαι πολιορκημένος, -η
να έχουμε πολιορκηθεί
να είμαστε πολιορκημένοι, -ες
να έχεις πολιορκήσει
να έχεις πολιορκημένο
να έχετε πολιορκήσει
να έχετε πολιορκημένο
να έχεις πολιορκηθεί
να είσαι πολιορκημένος, -η
να έχετε πολιορκηθεί
να είστε πολιορκημένοι, -ες
να έχει πολιορκήσει
να έχει πολιορκημένο
να έχουν πολιορκήσει
να έχουν πολιορκημένο
να έχει πολιορκηθεί
να είναι πολιορκημένος, -η, -ο
να έχουν πολιορκηθεί
να είναι πολιορκημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπολιορκείτεπολιορκείστε
Aoristπολιόρκησεπολιορκήστε, πολιορκήσετεπολιορκήσουπολιορκηθείτε
Part
izip
Presπολιορκώντας
Perfέχοντας πολιορκήσει, έχοντας πολιορκημένοπολιορκημένος, -η, -οπολιορκημένοι, -ες, -α
InfinAoristπολιορκήσειπολιορκηθεί




Griechische Definition zu πολιορκώ

πολιορκώ [podivorkó] -ούμαι : 1. αποκλείω με στρατιωτικές δυνάμεις (με στρατό ή και με στόλο) μια οχυρωμένη θέση ή περιοχή με σκοπό την κατάληψή της: Οι Tούρκοι πολιόρκησαν και κατέλαβαν την Kωνσταντινούπολη το 1453. Tο κάστρο πολιορκήθηκε στενά αλλά δεν έπεσε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πολιορκώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15