περιφράζω Verb  [perifrazo, perifrazw]

  Verb
(0)

Etymologie zu περιφράζω

περιφράζω περιφράσσω altgriechisch περιφράσσω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
umzäunen
umfrieden

Grammatik

Grammatik zu περιφράζω


AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
περιφράζωπεριφράζουμε, περιφράζομεπεριφράζομαιπεριφραζόμαστε
περιφράζειςπεριφράζετεπεριφράζεσαιπεριφράζεστε, περιφραζόσαστε
περιφράζειπεριφράζουν(ε)περιφράζεταιπεριφράζονται
Imper
fekt
περιέφραζαπεριφράζαμεπεριφραζόμουν(α)περιφραζόμαστε, περιφραζόμασταν
περιέφραζεςπεριφράζατεπεριφραζόσουν(α)περιφραζόσαστε, περιφραζόσασταν
περιέφραζεπεριέφραζαν, περιφράζαν(ε)περιφραζόταν(ε)περιφράζονταν, περιφραζόντανε, περιφραζόντουσαν
Aoristπεριέφραξαπεριφράξαμεπεριφράχτηκαπεριφραχτήκαμε
περιέφραξεςπεριφράξατεπεριφράχτηκεςπεριφραχτήκατε
περιέφραξεπεριέφραξαν, περιφράξαν(ε)περιφράχτηκεπεριφράχτηκαν, περιφραχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω περιφράξει
έχω περιφραγμένο
έχουμε περιφράξει
έχουμε περιφραγμένο
έχω περιφραχτεί
είμαι περιφραγμένος, -η
έχουμε περιφραχτεί
είμαστε περιφραγμένοι, -ες
έχεις περιφράξει
έχεις περιφραγμένο
έχετε περιφράξει
έχετε περιφραγμένο
έχεις περιφραχτεί
είσαι περιφραγμένος, -η
έχετε περιφραχτεί
είστε περιφραγμένοι, -ες
έχει περιφράξει
έχει περιφραγμένο
έχουν περιφράξει
έχουν περιφραγμένο
έχει περιφραχτεί
είναι περιφραγμένος, -η, -ο
έχουν περιφραχτεί
είναι περιφραγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα περιφράξει
είχα περιφραγμένο
είχαμε περιφράξει
είχαμε περιφραγμένο
είχα περιφραχτεί
ήμουν περιφραγμένος, -η
είχαμε περιφραχτεί
ήμαστε περιφραγμένοι, -ες
είχες περιφράξει
είχες περιφραγμένο
είχατε περιφράξει
είχατε περιφραγμένο
είχες περιφραχτεί
ήσουν περιφραγμένος, -η
είχατε περιφραχτεί
ήσαστε περιφραγμένοι, -ες
είχε περιφράξει
είχε περιφραγμένο
είχαν περιφράξει
είχαν περιφραγμένο
είχε περιφραχτεί
ήταν περιφραγμένος, -η, -ο
είχαν περιφραχτεί
ήταν περιφραγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα περιφράζωθα περιφράζουμε, θα περιφράζομεθα περιφράζομαιθα περιφραζόμαστε
θα περιφράζειςθα περιφράζετεθα περιφράζεσαιθα περιφράζεστε, θα περιφραζόσαστε
θα περιφράζειθα περιφράζουν(ε)θα περιφράζεταιθα περιφράζονται
Fut
ur
θα περιφράξωθα περιφράξουμε, θα περιφράξομεθα περιφραχτώθα περιφραχτούμε
θα περιφράξειςθα περιφράξετεθα περιφραχτείςθα περιφραχτείτε
θα περιφράξειθα περιφράξουν(ε)θα περιφραχτείθα περιφραχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω περιφράξει
θα έχω περιφραγμένο
θα έχουμε περιφράξει
θα έχουμε περιφραγμένο
θα έχω περιφραχτεί
θα είμαι περιφραγμένος, -η
θα έχουμε περιφραχτεί
θα είμαστε περιφραγμένοι, -ες
θα έχεις περιφράξει
θα έχεις περιφραγμένο
θα έχετε περιφράξει
θα έχετε περιφραγμένο
θα έχεις περιφραχτεί
θα είσαι περιφραγμένος, -η
θα έχετε περιφραχτεί
θα είστε περιφραγμένοι, -ες
θα έχει περιφράξει
θα έχει περιφραγμένο
θα έχουν περιφράξει
θα έχουν περιφραγμένο
θα έχει περιφραχτεί
θα είναι περιφραγμένος, -η, -ο
θα έχουν περιφραχτεί
θα είναι περιφραγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να περιφράζωνα περιφράζουμε, να περιφράζομενα περιφράζομαινα περιφραζόμαστε
να περιφράζειςνα περιφράζετενα περιφράζεσαινα περιφράζεστε, να περιφραζόσαστε
να περιφράζεινα περιφράζουν(ε)να περιφράζεταινα περιφράζονται
Aoristνα περιφράξωνα περιφράξουμε, να περιφράξομενα περιφραχτώνα περιφραχτούμε
να περιφράξειςνα περιφράξετενα περιφραχτείςνα περιφραχτείτε
να περιφράξεινα περιφράξουν(ε)να περιφραχτείνα περιφραχτούν(ε)
Perf να έχω περιφράξει
να έχω περιφραγμένο
να έχουμε περιφράξει
να έχουμε περιφραγμένο
να έχω περιφραχτεί
να είμαι περιφραγμένος, -η
να έχουμε περιφραχτεί
να είμαστε περιφραγμένοι, -ες
να έχεις περιφράξει
να έχεις περιφραγμένο
να έχετε περιφράξει
να έχετε περιφραγμένο
να έχεις περιφραχτεί
να είσαι περιφραγμένος, -η
να έχετε περιφραχτεί
να είστε περιφραγμένοι, -ες
να έχει περιφράξει
να έχει περιφραγμένο
να έχουν περιφράξει
να έχουν περιφραγμένο
να έχει περιφραχτεί
να είναι περιφραγμένος, -η, -ο
να έχουν περιφραχτεί
να είναι περιφραγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπεριέφραζεπεριφράζετεπεριφράζεστε
Aoristπεριέφραξεπεριφράξτε, περιφράχτεπεριφράξουπεριφραχτείτε
Part
izip
Presπεριφράζοντας
Perfέχοντας περιφράξει, έχοντας περιφραγμένοπεριφραγμένος, -η, -οπεριφραγμένοι, -ες, -α
InfinAoristπεριφράξειπεριφραχτεί





Griechische Definition zu περιφράζω

περιφράζω [perifrázo] -ομαι : περιφράσσω.

[< περιφράσσω με προσαρμ. στη δημοτ. κατά το φράσσω > φράζω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback