περιστρέφω  Verb  [peristrefo, peristrefw]

Ähnliche Bedeutung wie περιστρέφω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze περιστρέφω

... μόνο ως Ρωτόκριτος ή Ρώκριτος, και την Αρετούσα, και γύρω από αυτό περιστρέφονται και άλλα θέματα όπως η τιμή, η φιλία, η γενναιότητα και το κουράγιο ...

... δυναμικό των στόλων δεν είναι γνωστές. Η ζωή του απέραντου κράτους περιστρεφόταν γύρω από την πόλη της Ρώμης, η οποία είχε ιδρυθεί στην κορυφή επτά λόφων ...

... περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο μία φορά κάθε 4,84 γήινα έτη, ενώ συγχρόνως περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της μία φορά κάθε 4 ώρες και 38 λεπτά. Η μέση διάμετρός ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze drehen

... Du solltest deine Zunge sieben Mal im Munde drehen bevor du sprichst, um viel Kummer und Missverständnis zu vermeiden. ...

... Wir können uns drehen wie wir wollen--es bleibt eine Tatsache. ...

... Tom glaubt, dass sich die Sonne um die Erde drehen würde. ...

Quelle: Manfredo, Dejo, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΩ
I rotate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
περιστρέφωπεριστρέφουμε, περιστρέφομεπεριστρέφομαιπεριστρεφόμαστε
περιστρέφειςπεριστρέφετεπεριστρέφεσαιπεριστρέφεστε, περιστρεφόσαστε
περιστρέφειπεριστρέφουν(ε)περιστρέφεταιπεριστρέφονται
Imper
fekt
περιέστρεφαπεριστρέφαμεπεριστρεφόμουν(α)περιστρεφόμαστε, περιστρεφόμασταν
περιέστρεφεςπεριστρέφατεπεριστρεφόσουν(α)περιστρεφόσαστε, περιστρεφόσασταν
περιέστρεφεπεριέστρεφαν, περιστρέφαν(ε)περιστρεφόταν(ε)περιστρέφονταν, περιστρεφόντανε, περιστρεφόντουσαν
Aoristπεριέστρεψαπεριστρέψαμεπεριστράφηκαπεριστραφήκαμε
περιέστρεψεςπεριστρέψατεπεριστράφηκεςπεριστραφήκατε
περιέστρεψεπεριέστρεψαν, περιστρέψαν(ε)περιστράφηκεπεριστράφηκαν, περιστραφήκαν(ε)
Per
fect
έχω περιστρέψει
έχω περιστραμμένο
έχουμε περιστρέψει
έχουμε περιστραμμένο
έχω περιστραφεί
είμαι περιστραμμένος, -η
έχουμε περιστραφεί
είμαστε περιστραμμένοι, -ες
έχεις περιστρέψει
έχεις περιστραμμένο
έχετε περιστρέψει
έχετε περιστραμμένο
έχεις περιστραφεί
είσαι περιστραμμένος, -η
έχετε περιστραφεί
είστε περιστραμμένοι, -ες
έχει περιστρέψει
έχει περιστραμμένο
έχουν περιστρέψει
έχουν περιστραμμένο
έχει περιστραφεί
είναι περιστραμμένος, -η, -ο
έχουν περιστραφεί
είναι περιστραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα περιστρέψει
είχα περιστραμμένο
είχαμε περιστρέψει
είχαμε περιστραμμένο
είχα περιστραφεί
ήμουν περιστραμμένος, -η
είχαμε περιστραφεί
ήμαστε περιστραμμένοι, -ες
είχες περιστρέψει
είχες περιστραμμένο
είχατε περιστρέψει
είχατε περιστραμμένο
είχες περιστραφεί
ήσουν περιστραμμένος, -η
είχατε περιστραφεί
ήσαστε περιστραμμένοι, -ες
είχε περιστρέψει
είχε περιστραμμένο
είχαν περιστρέψει
είχαν περιστραμμένο
είχε περιστραφεί
ήταν περιστραμμένος, -η, -ο
είχαν περιστραφεί
ήταν περιστραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα περιστρέφωθα περιστρέφουμε, θα περιστρέφομεθα περιστρέφομαιθα περιστρεφόμαστε
θα περιστρέφειςθα περιστρέφετεθα περιστρέφεσαιθα περιστρέφεστε, θα περιστρεφόσαστε
θα περιστρέφειθα περιστρέφουν(ε)θα περιστρέφεταιθα περιστρέφονται
Fut
ur
θα περιστρέψωθα περιστρέψουμε, θα περιστρέψομεθα περιστραφώθα περιστραφούμε
θα περιστρέψειςθα περιστρέψετεθα περιστραφείςθα περιστραφείτε
θα περιστρέψειθα περιστρέψουν(ε)θα περιστραφείθα περιστραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω περιστρέψει
θα έχω περιστραμμένο
θα έχουμε περιστρέψει
θα έχουμε περιστραμμένο
θα έχω περιστραφεί
θα είμαι περιστραμμένος, -η
θα έχουμε περιστραφεί
θα είμαστε περιστραμμένοι, -ες
θα έχεις περιστρέψει
θα έχεις περιστραμμένο
θα έχετε περιστρέψει
θα έχετε περιστραμμένο
θα έχεις περιστραφεί
θα είσαι περιστραμμένος, -η
θα έχετε περιστραφεί
θα είστε περιστραμμένοι, -ες
θα έχει περιστρέψει
θα έχει περιστραμμένο
θα έχουν περιστρέψει
θα έχουν περιστραμμένο
θα έχει περιστραφεί
θα είναι περιστραμμένος, -η, -ο
θα έχουν περιστραφεί
θα είναι περιστραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να περιστρέφωνα περιστρέφουμε, να περιστρέφομενα περιστρέφομαινα περιστρεφόμαστε
να περιστρέφειςνα περιστρέφετενα περιστρέφεσαινα περιστρέφεστε, να περιστρεφόσαστε
να περιστρέφεινα περιστρέφουν(ε)να περιστρέφεταινα περιστρέφονται
Aoristνα περιστρέψωνα περιστρέψουμε, να περιστρέψομενα περιστραφώνα περιστραφούμε
να περιστρέψειςνα περιστρέψετενα περιστραφείςνα περιστραφείτε
να περιστρέψεινα περιστρέψουν(ε)να περιστραφείνα περιστρεφούν(ε)
Perfνα έχω περιστρέψει
να έχω περιστραμμένο
να έχουμε περιστρέψει
να έχουμε περιστραμμένο
να έχω περιστραφεί
να είμαι περιστραμμένος, -η
να έχουμε περιστραφεί
να είμαστε περιστραμμένοι, -ες
να έχεις περιστρέψει
να έχεις περιστραμμένο
να έχετε περιστρέψει
να έχετε περιστραμμένο
να έχεις περιστραφεί
να είσαι περιστραμμένος, -η
να έχετε περιστραφεί
να είστε περιστραμμένοι, -ες
να έχει περιστρέψει
να έχει περιστραμμένο
να έχουν περιστρέψει
να έχουν περιστραμμένο
να έχει περιστραφεί
να είναι περιστραμμένος, -η, -ο
να έχουν περιστραφεί
να είναι περιστραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπεριέστρεφεπεριστρέφετεπεριστρέφεστε
Aoristπεριέστρεψεπεριστρέψτε, περιστράφεπεριστρέψουπεριστραφείτε
Part
izip
Presπεριστρέφονταςπεριστρεφόμενος
Perfέχοντας περιστρέψει, έχοντας περιστραμμένοπεριστραμμένος, -η, -οπεριστραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristπεριστρέψειπεριστραφεί



Person Wortform
Präsens ich drehe
du drehst
er, sie, es dreht
Präteritum ich drehte
Konjunktiv II ich drehte
Imperativ Singular drehe!
dreh!
Plural dreht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gedreht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:drehen


Griechische Definition zu περιστρέφω

περιστρέφω [peristréfo] -ομαι Ρ αόρ. περιέστρεψα, απαρέμφ. περιστρέψει, παθ. αόρ. περιστράφηκα, απαρέμφ. περιστραφεί : 1. κινώ κτ. κυκλικά και γύρω από τον εαυτό του, τον άξονά του: Ο κινητήρας περιστρέφει τον τροχό. Περιστρέφω το βλέμμα μου, κοιτάζω γύρω γύρω, προς διάφορες κατευθύνσεις. || H Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της. Περιστρεφόμενη σκηνή (θεάτρου). Περιστρεφόμενη θύρα. Περιστρεφόμενη πολυθρόνα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu περιστρέφω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15