περισσεύω  Verb  [perissevo, perisseyw]

Ähnliche Bedeutung wie περισσεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze περισσεύω

... Πριν εκτελεστεί έγραψε την λιτή διαθήκη του, στην οποία ανέφερε: Ότι περισσεύει εκ της μικράς μου περιουσίας, αφού πληρωθούν τα χρέη μου, επιθυμώ να περιέλθη ...

... επιλέχθηκαν επειδή ελαχιστοποιείται η παραγωγή υποπροϊόντων ενώ ταυτόχρονα δεν περισσεύουν αντιδρώντα υλικά. Το 2006 και το 2007, πάνω από το 80 % της παγκόσμιας ...

... (2016-10-17). Περιφέρεια Ηπείρου: Περιφερειακή Ενότητα Ιωαννίνων: Όπου η Ομορφιά Περισσεύει. AKAKIA Publications. ISBN 9781911352358. https://books.google.gr/books ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze übrig bleiben

... Er aß wenig, damit etwas für das Frühstück übrig bleiben möge. ...

Quelle: al_ex_an_der

Grammatik


ΠΕΡΙΣΣΕΥΩ
I am left over
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
περισσεύωπερισσεύουμε, περισσεύομε
περισσεύειςπερισσεύετε
περισσεύειπερισσεύουν(ε)
Imper
fekt
περίσσευαπερισσεύαμε
περίσσευεςπερισσεύατε
περίσσευεπερίσσευαν, περισσεύαν(ε)
Aoristπερίσσεψαπερισσέψαμε
περίσσεψεςπερισσέψατε
περίσσεψεπερίσσεψαν, περισσέψαν(ε)
Per
fect
έχω περισσέψειέχουμε περισσέψει
έχεις περισσέψειέχετε περισσέψει
έχει περισσέψειέχουν περισσέψει
Plu
per
fect
είχα περισσέψειείχαμε περισσέψει
είχες περισσέψειείχατε περισσέψει
είχε περισσέψειείχαν περισσέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα περισσεύωθα περισσεύουμε, θα περισσεύομε
θα περισσεύειςθα περισσεύετε
θα περισσεύειθα περισσεύουν(ε)
Fut
ur
θα περισσέψωθα περισσέψουμε, θα περισσέψομε
θα περισσέψειςθα περισσέψετε
θα περισσέψειθα περισσέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω περισσέψειθα έχουμε περισσέψει
θα έχεις περισσέψειθα έχετε περισσέψει
θα έχει περισσέψειθα έχουν περισσέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να περισσεύωνα περισσεύουμε, να περισσεύομε
να περισσεύειςνα περισσεύετε
να περισσεύεινα περισσεύουν(ε)
Aoristνα περισσέψωνα περισσέψουμε, να περισσέψομε
να περισσέψειςνα περισσέψετε
να περισσέψεινα περισσέψουν(ε)
Perfνα έχω περισσέψεινα έχουμε περισσέψει
να έχεις περισσέψεινα έχετε περισσέψει
να έχει περισσέψεινα έχουν περισσέψει
Imper
ativ
Presπερίσσευεπερισσεύετε
Aoristπερίσσεψεπερισσέψτε, περισσεύτε
Part
izip
Presπερισσεύοντας
Perfέχοντας περισσέψει
περισσευούμενα
InfinAoristπερισσέψει


Griechische Definition zu περισσεύω

περισσεύω [perisévo] .2α μπε. (οικ.) περισσευούμενος : α. μένω ως υπόλοιπο· απομένω: Tο βράδυ φάγαμε ό,τι είχε περισσέψει από το μεσημέρι. Πλήρωσε όλο το ποσό και του περίσσεψαν και χίλιες δραχμές. (έκφρ.) φτάνει και περισσεύει, για ό,τι είναι σε ποσότητα, μέγεθος, αριθμό κτλ. που επαρκούν. β. είμαι περιττός, είμαι επιπλέον του χρήσιμου, σκόπιμου κτλ. και γι΄ αυτό μη χρήσιμος: Tα πολλά λόγια περισσεύουν. ΦΡ μονό δεν του φτάνει, διπλό του περισσεύει, για άνθρωπο που ποτέ δε μένει ικανοποιημένος. στο καλάθι / στα καλάθια δε χωρεί*, στο κοφίνι / στα κοφίνια περισσεύει. γ. υπάρχω σε αφθονία: Tου περίσσεψαν τα βάσανα.

[αρχ. περισσεύω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu περισσεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15