πεινώ  Verb  [pino, peinw]

Ähnliche Bedeutung wie πεινώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze πεινώ

... Ο Αλεξάντερ Πέιν (αγγλικά: Constantine Alexander Payne, 10 Φεβρουαρίου 1961) είναι Αμερικανός σκηνοθέτης ταινιών, σεναριογράφος και παραγωγός, γνωστός ...

... Αγώνες Πείνας (Αγγλικά: The Hunger Games) είναι ο τίτλος της αμερικανικής ταινίας επιστημονικής φαντασίας/περιπέτειας παραγωγής 2012. Η ταινία είναι βασισμένη ...

... Πείνα ονομάζεται το αίσθημα που σηματοδοτεί την ανάγκη του οργανισμού να τραφεί. Σε περιπτώσεις που η απουσία τροφής είναι παρατεταμένη ο όρος χρησιμοποιείται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ich habe Hunger

... Ich weiß nicht, wie es dir geht, aber ich habe Hunger wie ein Wolf. ...

Quelle: pne

Grammatik


ΠΕΙΝΩ
I am hungry
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πεινάω, πεινώπεινάμε, πεινούμε
πεινάςπεινάτε
πεινάει, πεινάπεινάν(ε), πεινούν(ε)
Imper
fekt
πεινούσα, πείναγαπεινούσαμε, πεινάγαμε
πεινούσες, πείναγεςπεινούσατε, πεινάγατε
πεινούσε, πείναγεπεινούσαν(ε), πείναγαν, πεινάγανε
Aoristπείνασαπεινάσαμε
πείνασεςπεινάσατε
πείνασεπείνασαν, πεινάσαν(ε)
Perf
ekt
έχω πεινάσειέχουμε πεινάσει
έχεις πεινάσειέχετε πεινάσει
έχει πεινάσειέχουν πεινάσει
Plu
perf
ekt
είχα πεινάσειείχαμε πεινάσει
είχες πεινάσειείχατε πεινάσει
είχε πεινάσειείχαν πεινάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πεινάω, θα πεινώθα πεινάμε, θα πεινούμε
θα πεινάςθα πεινάτε
θα πεινάει
θα πεινά
θα πεινάν(ε)
θα πεινούν(ε)
Fut
ur
θα πεινάσωθα πεινάσουμε, θα πεινάσομε
θα πεινάσειςθα πεινάσετε
θα πεινάσειθα πεινάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πεινάσειθα έχουμε πεινάσει
θα έχεις πεινάσειθα έχετε πεινάσει
θα έχει πεινάσειθα έχουν πεινάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πεινάω, να πεινώνα πεινάμε, να πεινούμε
να πεινάςνα πεινάτε
να πεινάει, να πεινάνα πεινάν(ε), να πεινούν(ε)
Aoristνα πεινάσωνα πεινάσουμε, να πεινάσομε
να πεινάσειςνα πεινάσετε
να πεινάσεινα πεινάσουν(ε)
Perfνα έχω πεινάσεινα έχουμε πεινάσει
να έχεις πεινάσεινα έχετε πεινάσει
να έχει πεινάσεινα έχουν πεινάσει
Imper
ativ
Presπείνα, πείναγεπεινάτε
Aoristπείνασε, πείναπεινάστε
Part
izip
Presπεινώντας
Perfπεινασμένος, -η, -οπεινασμένοι, -ες, -α
έχοντας πεινάσει
InfinAoristπεινάσει




Griechische Definition zu πεινώ

πεινώ [pinó] & -άω .4α μππ. πεινασμένος : 1. έχω αίσθημα πείνας, αισθάνομαι την ανάγκη και την επιθυμία να φάω: Δεν πεινάω· θα φάω αργότερα. Bάλε κτ. να φάμε, γιατί πείνασα. Πεινάω σαν λύκος, πάρα πολύ. ΠAΡ ΦΡ όποιος πεινάει / ο πεινασμένος / ο νηστικός καρβέλια ονειρεύε ται, όποιος στερείται και επιθυμεί κτ. πολύ, αυτό διαρκώς έχει κατά νου ή φαντάζεται ότι αποκτά. (γνωμ.) των φρονίμων* τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πεινώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15