παρκάρω  Verb  [parkaro, parkarw]

Ähnliche Bedeutung wie παρκάρω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze παρκάρω

... Πρέπει να παρκάρω το αυτοκίνητό μου εδώ. ...

Quelle: pinkmpnster


Beispielsätze parken.

... Ich kann mein Auto nicht in dieser Gegend parken. Es laufen hier viele Diebe herum. ...

... Du darfst hier nicht parken. Die verpassen dir dafür einen Strafzettel. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΠΑΡΚΑΡΩ
I park
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παρκάρωπαρκάρουμε, παρκάρομε
παρκάρειςπαρκάρετε
παρκάρειπαρκάρουν(ε)
Imper
fekt
πάρκαρα, παρκάριζαπαρκάραμε
πάρκαρες, παρκάριζεςπαρκάρατε
πάρκαρε, παρκάριζεπάρκαραν, παρκάραν(ε), παρκάριζαν
Aoristπάρκαρα, παρκάρισαπαρκάραμε
πάρκαρες, παρκάρισεςπαρκάρατε
πάρκαρε, παρκάρισεπάρκαραν, παρκάραν(ε), παρκάρισαν
Per
fect
έχω παρκάρειέχουμε παρκάρει
έχεις παρκάρειέχετε παρκάρει
έχει παρκάρειέχουν παρκάρει
Plu
per
fect
είχα παρκάρειείχαμε παρκάρει
είχες παρκάρειείχατε παρκάρει
είχε παρκάρειείχαν παρκάρει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παρκάρωθα παρκάρουμε, θα παρκάρομε
θα παρκάρειςθα παρκάρετε
θα παρκάρειθα παρκάρουν(ε)
Fut
ur
θα παρκάρωθα παρκάρουμε, θα παρκάρομε
θα παρκάρειςθα παρκάρετε
θα παρκάρειθα παρκάρουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παρκάρειθα έχουμε παρκάρει
θα έχεις παρκάρειθα έχετε παρκάρει
θα έχει παρκάρειθα έχουν παρκάρει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παρκάρωνα παρκάρουμε, να παρκάρομε
να παρκάρειςνα παρκάρετε
να παρκάρεινα παρκάρουν(ε)
Aoristνα παρκάρωνα παρκάρουμε, να παρκάρομε
να παρκάρειςνα παρκάρετε
να παρκάρεινα παρκάρουν(ε)
Perfνα έχω παρκάρεινα έχουμε παρκάρει
να έχεις παρκάρεινα έχετε παρκάρει
να έχει παρκάρεινα έχουν παρκάρει
Imper
ativ
Presπαρκάρε, παρκάριζεπαρκάρετε
Aoristπαρκάρε, παρκάρισεπαρκάρετε
Part
izip
Presπαρκάροντας
Perfέχοντας παρκάρει
InfinAoristπαρκάρει



Person Wortform
Präsens ich parke
du parkst
er, sie, es parkt
Präteritum ich parkte
Konjunktiv II ich parkte
Imperativ Singular parke!
Plural parkt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geparkt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:parken


Griechische Definition zu παρκάρω

παρκάρω [parkáro] -ομαι & παρκέρνω [parérno] -ομαι : σταθμεύω ένα όχημα σε μια θέση, εκτελώντας τους κατάλληλους ελιγμούς: Πού έχεις παρκάρει; Ψάχνω να βρω θέση / χώρο για να παρκάρω. Παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Mην παρκάρετε στην είσοδο του γκαράζ.

[ιταλ. parcar(e) < γαλλ. parquer· παρκ(άρω) μεταπλ. -έρνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παρκάρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15