παρελαύνω  Verb  [parelavno, parelaynw]

Ähnliche Bedeutung wie παρελαύνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze παρελαύνω

... 8 Ιουλίου - Α΄ Σταυροφορία: 15.000 πεινασμένοι Χριστιανοί στρατιώτες παρελαύνουν σε θρησκευτική λιτανεία γύρω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, υπό το βλέμμα ...

... τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων και από το 1928 η Ελλάδα τιμής ένεκεν παρελαύνει πάντα πρώτη, ενώ κατά παράδοση οι αθλητές της φιλοξενούσας χώρας εισέρχονται ...

... τις ζωές ορισμένων κατοίκων της Ελευσίνας. Καθημερινοί, απλοί άνθρωποι παρελαύνουν μπροστά από τον φακό απαθανατίζοντας έτσι το κομμάτι της Ελευσίνας που ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze einrücken

... Python ([ˈpaɪθn̩], [ˈpaɪθɑn], auf Deutsch auch [ˈpyːtɔn]) ist eine universelle, üblicherweise interpretierte höhere Programmiersprache. Sie hat den Anspruch ...

... Einwohner von Eger im Oktober 1938 beim Einrücken des deutschen Militärs ...

... Knochenbrechers gehören beispielsweise das Einrenken von Gliedmaßen und das Einrücken von Wirbeln – seine Praktiken stützen sich zuweilen auf eine spezielle ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΑΡΕΛΑΥΝΩ
I parade
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παρελαύνωπαρελαύνουμε, παρελαύνομε
παρελαύνειςπαρελαύνετε
παρελαύνειπαρελαύνουν(ε)
Imper
fekt
παρέλαυνα, παρήλαυναπαρελαύναμε
παρέλαυνες, παρήλαυνεςπαρελαύνατε
παρέλαυνε, παρήλαυνεπαρελαύναν(ε), παρήλαυναν
Aoristπαρέλασα, παρήλασαπαρελάσαμε
παρέλασες, παρήλασεςπαρελάσατε
παρέλασε, παρήλασεπαρέλασαν, παρελάσαν(ε), παρήλασαν
Per
fect
έχω παρελάσειέχουμε παρελάσει
έχεις παρελάσειέχετε παρελάσει
έχει παρελάσειέχουν παρελάσει
Plu
per
fect
είχα παρελάσειείχαμε παρελάσει
είχες παρελάσειείχατε παρελάσει
είχε παρελάσειείχαν παρελάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παρελαύνωθα παρελαύνουμε, θα παρελαύνομε
θα παρελαύνειςθα παρελαύνετε
θα παρελαύνειθα παρελαύνουν(ε)
Fut
ur
θα παρελάσωθα παρελάσουμε, θα παρελάσομε
θα παρελάσειςθα παρελάσετε
θα παρελάσειθα παρελάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παρελάσειθα έχουμε παρελάσει
θα έχεις παρελάσειθα έχετε παρελάσει
θα έχει παρελάσειθα έχουν παρελάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παρελαύνωνα παρελαύνουμε, να παρελαύνομε
να παρελαύνειςνα παρελαύνετε
να παρελαύνεινα παρελαύνουν(ε)
Aoristνα παρελάσωνα παρελάσουμε, να παρελάσομε
να παρελάσειςνα παρελάσετε
να παρελάσεινα παρελάσουν(ε)
Perfνα έχω παρελάσεινα έχουμε παρελάσει
να έχεις παρελάσεινα έχετε παρελάσει
να έχει παρελάσεινα έχουν παρελάσει
Imper
ativ
Presπαρέλαυνεπαρελαύνετε
Aoristπαρέλασεπαρελάστε, παρελάσετε
Part
izip
Presπαρελαύνοντας
Perfέχοντας παρελάσει
InfinAoristπαρελάσει




Griechische Definition zu παρελαύνω

παρελαύνω [parelávno] Ρ πρτ. παρήλαυνα, αόρ. παρήλασα και παρέλα σα, απαρέμφ. παρελάσει : κάνω παρέλαση, συμμετέχω σε παρέλαση: Οι στρατιώτες / οι μαθητές / τα άρματα μάχης παρελαύνουν. || (επέκτ., για πλήθος ανθρώπων) περνώ σε σειρά, διαδοχικά από κάπου: Δεκάδες υποψήφιοι παρέλασαν από το γραφείο του, ώσπου να αποφασίσει ποιον θα προσλάβει. Δώδεκα πανέμορφα κορίτσια θα παρελάσουν στην πασαρέλα.

[λόγ. < αρχ. παρελαύνω `περνώ με άλογο΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παρελαύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15