παρατώ  Verb  [parato, paratw]

Ähnliche Bedeutung wie παρατώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze παρατώ

... Μαίρη Παπαδάκη απολύεται από το κατάστημα νυφικών όπου δούλευε, αφού την παράτησε ο φίλος της και ιδιοκτήτης του καταστήματος και αρχίζει να δουλεύει ως ...

... πραγματικότητα ρίζες από την χώρα. Η καριέρα του Βολκόφ ξεκίνησε το 1967, όταν παράτησε την άρση βαρών, με την οποία ασχολήθηκε από νεαρή ηλικία. Πέρασε από διάφορες ...

... Α΄ στο Κέσκεμετ και λίγες μέρες αργότερα στο Ζάλαεγκερζεγκ. Ο Αχμέτ Α΄ παράτησε τα σχέδια του και κίνησε για την Κωνσταντινούπολη. Το 1615 επιτέθηκε στους ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aufgeben

... Wenn du dich beeilst, dann kannst du noch dein Gepäck aufgeben und ins Flugzeug gehen. ...

... Der Doktor empfahl, dass du das Rauchen aufgeben sollst. ...

... Man soll niemals aufgeben bis zum Ende. ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, Dejo

Grammatik


ΠΑΡΑΤΩ
I abandon
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παρατάω, παρατώπαρατάμε, παρατούμεπαρατιέμαιπαρατιόμαστε
παρατάςπαρατάτεπαρατιέσαιπαρατιέστε, παρατιόσαστε
παρατάει, παρατάπαρατάν(ε), παρατούν(ε)παρατιέταιπαρατιούνται, παρατιόνται
Imper
fekt
παρατούσα, παράταγαπαρατούσαμε, παρατάγαμεπαρατιόμουν(α)παρατιόμαστε, παρατιόμασταν
παρατούσες, παράταγεςπαρατούσατε, παρατάγατεπαρατιόσουν(α)παρατιόσαστε, παρατιόσασταν
παρατούσε, παράταγεπαρατούσαν(ε), παράταγαν, παρατάγανεπαρατιόταν(ε)παρατιόνταν(ε), παρατιούνταν, παρατιόντουσαν
Aoristπαράτησαπαρατήσαμεπαρατήθηκαπαρατηθήκαμε
παράτησεςπαρατήσατεπαρατήθηκεςπαρατηθήκατε
παράτησεπαράτησαν, παρατήσαν(ε)παρατήθηκεπαρατήθηκαν, παρατηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω παρατήσει
έχω παρατημένο
έχουμε παρατήσει
έχουμε παρατημένο
έχω παρατηθεί
είμαι παρατημένος, -η
έχουμε παρατηθεί
είμαστε παρατημένοι, -ες
έχεις παρατήσει
έχεις παρατημένο
έχετε παρατήσει
έχετε παρατημένο
έχεις παρατηθεί
είσαι παρατημένος, -η
έχετε παρατηθεί
είστε παρατημένοι, -ες
έχει παρατήσει
έχει παρατημένο
έχουν παρατήσει
έχουν παρατημένο
έχει παρατηθεί
είναι παρατημένος, -η, -ο
έχουν παρατηθεί
είναι παρατημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα παρατήσει
είχα παρατημένο
είχαμε παρατήσει
είχαμε παρατημένο
είχα παρατηθεί
ήμουν παρατημένος, -η
είχαμε παρατηθεί
ήμαστε παρατημένοι, -ες
είχες παρατήσει
είχες παρατημένο
είχατε παρατήσει
είχατε παρατημένο
είχες παρατηθεί
ήσουν παρατημένος, -η
είχατε παρατηθεί
ήσαστε παρατημένοι, -ες
είχε παρατήσει
είχε παρατημένο
είχαν παρατήσει
είχαν παρατημένο
είχε παρατηθεί
ήταν παρατημένος, -η, -ο
είχαν παρατηθεί
ήταν παρατημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παρατάω, θα παρατώθα παρατάμε, θα παρατούμεθα παρατιέμαιθα παρατιόμαστε
θα παρατάςθα παρατάτεθα παρατιέσαιθα παρατιέστε, θα παρατιόσαστε
θα παρατάει, θα παρατάθα παρατάν(ε), θα παρατούν(ε)θα παρατιέταιθα παρατιούνται, θα παρατιόνται
Fut
ur
θα παρατήσωθα παρατήσουμε, θα παρατήσομεθα παρατηθώθα παρατηθούμε
θα παρατήσειςθα παρατήσετεθα παρατηθείςθα παρατηθείτε
θα παρατήσειθα παρατήσουν(ε)θα παρατηθείθα παρατηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παρατήσει
θα έχω παρατημένο
θα έχουμε παρατήσει
θα έχουμε παρατημένο
θα έχω παρατηθεί
θα είμαι παρατημένος, -η
θα έχουμε παρατηθεί
θα είμαστε παρατημένοι, -ες
θα έχεις παρατήσει
θα έχεις παρατημένο
θα έχετε παρατήσει
θα έχετε παρατημένο
θα έχεις παρατηθεί
θα είσαι παρατημένος, -η
θα έχετε παρατηθεί
θα είστε παρατημένοι, -ες
θα έχει παρατήσει
θα έχει παρατημένο
θα έχουν παρατήσει
θα έχουν παρατημένο
θα έχει παρατηθεί
θα είναι παρατημένος, -η, -ο
θα έχουν παρατηθεί
θα είναι παρατημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παρατάω, να παρατώνα παρατάμε, να παρατούμενα παρατιέμαινα παρατιόμαστε
να παρατάςνα παρατάτενα παρατιέσαινα παρατιέστε, να παρατιόσαστε
να παρατάει, να παρατάνα παρατάν(ε), να παρατούν(ε)να παρατιέταινα παρατιούνται, να παρατιόνται
Aoristνα παρατήσωνα παρατήσουμε, να παρατήσομενα παρατηθώνα παρατηθούμε
να παρατήσειςνα παρατήσετενα παρατηθείςνα παρατηθείτε
να παρατήσεινα παρατήσουν(ε)να παρατηθείνα παρατηθούν(ε)
Perfνα έχω παρατήσει
να έχω παρατημένο
να έχουμε παρατήσει
να έχουμε παρατημένο
να έχω παρατηθεί
να είμαι παρατημένος, -η
να έχουμε παρατηθεί
να είμαστε παρατημένοι, -ες
να έχεις παρατήσει
να έχεις παρατημένο
να έχετε παρατήσει
να έχετε παρατημένο
να έχεις παρατηθεί
να είσαι παρατημένος, -η
να έχετε παρατηθεί
να είστε παρατημένοι, -η
να έχει παρατήσει
να έχει παρατημένο
να έχουν παρατήσει
να έχουν παρατημένο
να έχει παρατηθεί
να είναι παρατημένος, -η, -ο
να έχουν παρατηθεί
να είναι παρατημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπαράτα, παράταγεπαρατάτεπαρατιέστε
Aoristπαράτησε, παράταπαρατήστεπαρατήσουπαρατηθείτε
Part
izip
Presπαρατώντας
Perfέχοντας παρατήσει, έχοντας παρατημένοπαρατημένος, -η, -οπαρατημένοι, -ες, -α
InfinAoristπαρατήσειπαρατηθεί






Griechische Definition zu παρατώ

παρατώ [parató] & -άω, -ιέμαι : 1. αφήνω, εγκαταλείπω κπ. ή κτ., διακόπτω τη σχέση μου μαζί του: Παράτησε τη δουλειά του κι έφυγε. Παράτησε γυναίκα και σπίτι. Tον παράτησαν οι φίλοι κι οι γνωστοί. Ένα αυτοκίνητο ήταν παρατημένο στη μέση του δρόμου. || σταματώ, παύω: Παράτα τ΄ αστεία / τις βλακείες! (έκφρ.) τα παρατώ, εγκαταλείπω μια προσπάθεια, μια ασχολία κτλ.: Οι φίλοι του τον συμβουλεύουν να τα παρατήσει. Δεν τα παρατώ, θα προσπαθήσω μέχρι τέλους. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παρατώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15