παρατώ Verb  [parato, paratw]

  Verb
(2)
  Verb
(0)
(0)
(0)
(0)

Etymologie zu παρατώ

παρατώ altgriechisch παραιτοῦμαι


GriechischDeutsch
"Συγγνώμη που σε παρατώ ενώ το δράμα μας φτάνει στο αποκορύφωμά του".Meine Entschuldigung dafür, Sie zu verlassen, während Ihr Drama sich dem Höhepunkt nähert."

Übersetzung nicht bestätigt

Πέρασα τη ζωή μου παρατώ... Μια ζωή παρατούσα τους άλλους.Ich habe mein Leben lang Menschen verlassen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu παρατώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παρατάω, παρατώπαρατάμε, παρατούμεπαρατιέμαιπαρατιόμαστε
παρατάςπαρατάτεπαρατιέσαιπαρατιέστε, παρατιόσαστε
παρατάει, παρατάπαρατάν(ε), παρατούν(ε)παρατιέταιπαρατιούνται, παρατιόνται
Imper
fekt
παρατούσα, παράταγαπαρατούσαμε, παρατάγαμεπαρατιόμουν(α)παρατιόμαστε, παρατιόμασταν
παρατούσες, παράταγεςπαρατούσατε, παρατάγατεπαρατιόσουν(α)παρατιόσαστε, παρατιόσασταν
παρατούσε, παράταγεπαρατούσαν(ε), παράταγαν, παρατάγανεπαρατιόταν(ε)παρατιόνταν(ε), παρατιούνταν, παρατιόντουσαν
Aoristπαράτησαπαρατήσαμεπαρατήθηκαπαρατηθήκαμε
παράτησεςπαρατήσατεπαρατήθηκεςπαρατηθήκατε
παράτησεπαράτησαν, παρατήσαν(ε)παρατήθηκεπαρατήθηκαν, παρατηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω παρατήσει
έχω παρατημένο
έχουμε παρατήσει
έχουμε παρατημένο
έχω παρατηθεί
είμαι παρατημένος, -η
έχουμε παρατηθεί
είμαστε παρατημένοι, -ες
έχεις παρατήσει
έχεις παρατημένο
έχετε παρατήσει
έχετε παρατημένο
έχεις παρατηθεί
είσαι παρατημένος, -η
έχετε παρατηθεί
είστε παρατημένοι, -ες
έχει παρατήσει
έχει παρατημένο
έχουν παρατήσει
έχουν παρατημένο
έχει παρατηθεί
είναι παρατημένος, -η, -ο
έχουν παρατηθεί
είναι παρατημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα παρατήσει
είχα παρατημένο
είχαμε παρατήσει
είχαμε παρατημένο
είχα παρατηθεί
ήμουν παρατημένος, -η
είχαμε παρατηθεί
ήμαστε παρατημένοι, -ες
είχες παρατήσει
είχες παρατημένο
είχατε παρατήσει
είχατε παρατημένο
είχες παρατηθεί
ήσουν παρατημένος, -η
είχατε παρατηθεί
ήσαστε παρατημένοι, -ες
είχε παρατήσει
είχε παρατημένο
είχαν παρατήσει
είχαν παρατημένο
είχε παρατηθεί
ήταν παρατημένος, -η, -ο
είχαν παρατηθεί
ήταν παρατημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παρατάω, θα παρατώθα παρατάμε, θα παρατούμεθα παρατιέμαιθα παρατιόμαστε
θα παρατάςθα παρατάτεθα παρατιέσαιθα παρατιέστε, θα παρατιόσαστε
θα παρατάει, θα παρατάθα παρατάν(ε), θα παρατούν(ε)θα παρατιέταιθα παρατιούνται, θα παρατιόνται
Fut
ur
θα παρατήσωθα παρατήσουμε, θα παρατήσομεθα παρατηθώθα παρατηθούμε
θα παρατήσειςθα παρατήσετεθα παρατηθείςθα παρατηθείτε
θα παρατήσειθα παρατήσουν(ε)θα παρατηθείθα παρατηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παρατήσει
θα έχω παρατημένο
θα έχουμε παρατήσει
θα έχουμε παρατημένο
θα έχω παρατηθεί
θα είμαι παρατημένος, -η
θα έχουμε παρατηθεί
θα είμαστε παρατημένοι, -ες
θα έχεις παρατήσει
θα έχεις παρατημένο
θα έχετε παρατήσει
θα έχετε παρατημένο
θα έχεις παρατηθεί
θα είσαι παρατημένος, -η
θα έχετε παρατηθεί
θα είστε παρατημένοι, -ες
θα έχει παρατήσει
θα έχει παρατημένο
θα έχουν παρατήσει
θα έχουν παρατημένο
θα έχει παρατηθεί
θα είναι παρατημένος, -η, -ο
θα έχουν παρατηθεί
θα είναι παρατημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παρατάω, να παρατώνα παρατάμε, να παρατούμενα παρατιέμαινα παρατιόμαστε
να παρατάςνα παρατάτενα παρατιέσαινα παρατιέστε, να παρατιόσαστε
να παρατάει, να παρατάνα παρατάν(ε), να παρατούν(ε)να παρατιέταινα παρατιούνται, να παρατιόνται
Aoristνα παρατήσωνα παρατήσουμε, να παρατήσομενα παρατηθώνα παρατηθούμε
να παρατήσειςνα παρατήσετενα παρατηθείςνα παρατηθείτε
να παρατήσεινα παρατήσουν(ε)να παρατηθείνα παρατηθούν(ε)
Perfνα έχω παρατήσει
να έχω παρατημένο
να έχουμε παρατήσει
να έχουμε παρατημένο
να έχω παρατηθεί
να είμαι παρατημένος, -η
να έχουμε παρατηθεί
να είμαστε παρατημένοι, -ες
να έχεις παρατήσει
να έχεις παρατημένο
να έχετε παρατήσει
να έχετε παρατημένο
να έχεις παρατηθεί
να είσαι παρατημένος, -η
να έχετε παρατηθεί
να είστε παρατημένοι, -η
να έχει παρατήσει
να έχει παρατημένο
να έχουν παρατήσει
να έχουν παρατημένο
να έχει παρατηθεί
να είναι παρατημένος, -η, -ο
να έχουν παρατηθεί
να είναι παρατημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπαράτα, παράταγεπαρατάτεπαρατιέστε
Aoristπαράτησε, παράταπαρατήστεπαρατήσουπαρατηθείτε
Part
izip
Presπαρατώντας
Perfέχοντας παρατήσει, έχοντας παρατημένοπαρατημένος, -η, -οπαρατημένοι, -ες, -α
InfinAoristπαρατήσειπαρατηθεί







Griechische Definition zu παρατώ

παρατώ [parató] & -άω, -ιέμαι : 1. αφήνω, εγκαταλείπω κπ. ή κτ., διακόπτω τη σχέση μου μαζί του: Παράτησε τη δουλειά του κι έφυγε. Παράτησε γυναίκα και σπίτι. Tον παράτησαν οι φίλοι κι οι γνωστοί. Ένα αυτοκίνητο ήταν παρατημένο στη μέση του δρόμου. || σταματώ, παύω: Παράτα τ΄ αστεία / τις βλακείες! (έκφρ.) τα παρατώ, εγκαταλείπω μια προσπάθεια, μια ασχολία κτλ.: Οι φίλοι του τον συμβουλεύουν να τα παρατήσει. Δεν τα παρατώ, θα προσπαθήσω μέχρι τέλους. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback