παραπατώ  Verb  [parapato, parapatw]

Ähnliche Bedeutung wie παραπατώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze παραπατώ

... προκριματικά ήταν πρώτος με επίδοση 18.4". Στον τελικό, ενώ προπορευόταν, παραπάτησε με αποτέλεσμα να χάσει την πρώτη θέση. Τερμάτισε με χρόνο 17.7", δεύτερος ...

... πρώτος, αλλά μην αντέχοντας άλλο από την υπερπροσπάθεια τρίκλιζε και παραπατούσε. Έπεσε κάτω τρεις φορές και σηκωνόταν με τη βοήθεια των κριτών, οι οποίοι ...

... τσάμικα Πανηγύρι στα Γκιόνια Ζωντανό Γύραν τα ελατόκλαρα Σαν περπατάς παραπατάς Γάμος στο Έξαρχο Ρουμελιώτικο γλέντι Τα καμπίσια Ζωή γεμάτη βάσανα Τραγούδια ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΑΡΑΠΑΤΩ
I stagger
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παραπατάω, παραπατώπαραπατάμε, παραπατούμε
παραπατάςπαραπατάτε
παραπατάει, παραπατάπαραπατάν(ε), παραπατούν(ε)
Imper
fekt
παραπατούσα, παραπάταγαπαραπατούσαμε, παραπατάγαμε
παραπατούσες, παραπάταγεςπαραπατούσατε, παραπατάγατε
παραπατούσε, παραπάταγεπαραπατούσαν(ε), παραπάταγαν, παραπατάγανε
Aoristπαραπάτησαπαραπατήσαμε
παραπάτησεςπαραπατήσατε
παραπάτησεπαραπάτησαν, παραπατήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω παραπατήσειέχουμε παραπατήσει
έχεις παραπατήσειέχετε παραπατήσει
έχει παραπατήσειέχουν παραπατήσει
Plu
perf
ekt
είχα παραπατήσειείχαμε παραπατήσει
είχες παραπατήσειείχατε παραπατήσει
είχε παραπατήσειείχαν παραπατήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παραπατάω, θα παραπατώθα παραπατάμε, θα παραπατούμε
θα παραπατάςθα παραπατάτε
θα παραπατάει, θα παραπατάθα παραπατάν(ε), θα παραπατούν(ε)
Fut
ur
θα παραπατήσωθα παραπατήσουμε, θα παραπατήσομε
θα παραπατήσειςθα παραπατήσετε
θα παραπατήσειθα παραπατήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παραπατήσειθα έχουμε παραπατήσει
θα έχεις παραπατήσειθα έχετε παραπατήσει
θα έχει παραπατήσειθα έχουν παραπατήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παραπατάω, να παραπατώνα παραπατάμε, να παραπατούμε
να παραπατάςνα παραπατάτε
να παραπατάει, να παραπατάνα παραπατάν(ε), να παραπατούν(ε)
Aoristνα παραπατήσωνα παραπατήσουμε, να παραπατήσομε
να παραπατήσειςνα παραπατήσετε
να παραπατήσεινα παραπατήσουν(ε)
Perfνα έχω παραπατήσεινα έχουμε παραπατήσει
να έχεις παραπατήσεινα έχετε παραπατήσει
να έχει παραπατήσεινα έχουν παραπατήσει
Imper
ativ
Presπαραπάτα, παραπάταγεπαραπατάτε
Aoristπαραπάτησε, παραπάταπαραπατήστε
Part
izip
Presπαραπατώντας
Perfέχοντας παραπατήσει
InfinAoristπαραπατήσει




Griechische Definition zu παραπατώ

παραπατώ [parapató] & -άω .1α : 1. πατώ με εσφαλμένο τρόπο χάνοντας την ισορροπία, το βηματισμό μου: Kαθώς ανέβαινα τη σκάλα παραπάτησα κι έπεσα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παραπατώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15