παντέρημος Adj.  [panterimos, panterhmos]

  Adj.
(0)

Etymologie zu παντέρημος

παντέρημος πάντα + έρημος (μάλλον μεσαιωνικός σχηματισμός)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Noch keine Grammatik zu παντέρημος.



Griechische Definition zu παντέρημος

παντέρημος, επίθ.· πάντερμος· παντέρμος.

1)
α) Εντελώς έρημος, ολομόναχος, εγκαταλειμμένος, στερημένος από κάπ. ή κ.:
επεριπάτησα με πολλήν ανάγκην και … είμαι παντέρημος (Διγ. Άνδρ. 37015· Θησ. Ϛ́ [25]
β) κατεστραμμένος (οικονομικά):
τά κέρδαισεν (ενν. ο ζαριστής) … τα χάνει και γίνεται παντέρημος (Σαχλ. Á PM 145).
2) (Ειρων. ή υποτιμ. προσφών. και χαρακτηρισμός) δύστυχος, ταλαίπωρος, κακότυχος:
παντέρημε, τρία 'ν’ τα γένια σου, σπανούριε (Σπανός A 105· Σαχλ. N 324).
3) (Προκ. για πάθη) αξιοθρήνητος:
ψυχές οπού δεν μολύνουνται εις τούτα τα πάθη τα παντέρμα του κόσμου (Πηγά, Χρυσοπ. 90 (17)).
4) (Προκ. για δέντρο) απογυμνωμένος, κατάξερος:
ήτον ξερόν (ενν. το δένδρο), παντέρημον, το φύλλον μαδισμένον (Χούμνου, Κοσμογ. 346).
[<παντ(ο)‑ + επίθ. έρημος. Ο τ. ‑έρμος και η λ. (9. αι.) και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback